ΕΡΣΗ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ

«Στον έρωτα δεν υπάρχει άμεση παράδοση»

«Η προσωπική επαφή, το βλέμμα του άλλου, συρρικνώνονται, κάτι που δημιουργεί μια αναπηρία στις σχέσεις. Ειδικά στις ερωτικές, δεν υπάρχει ένα κουμπί για να σου πει κάποιος ότι σε αγαπάει», λέει η συγγραφέας στην «Κ».

Μιλώντας με την Ερση Σωτηροπούλου εν μέσω καραντίνας και με τη διαμεσολάβηση μιας ψυχρής, καθώς λέμε, και πλέον εξουθενωτικά κυρίαρχης οθόνης, μια ερώτηση που μπορείς κατ’ αρχήν να θέσεις αφορά τις ανθρώπινες σχέσεις στο ψηφιακό πεδίο. Τις είχε ψηλαφίσει η βραβευμένη σε Ελλάδα και εξωτερικό πεζογράφος στο «Μπορείς;» (εκδ. Πατάκη), ένα μυθιστόρημα για δύο εραστές οι οποίοι ανταλλάσσουν αισθήματα και πόθους μέσω Διαδικτύου και εφαρμογών. Εκεί δηλαδή που, όπως συμβαίνει ακόμα περισσότερο σήμερα, αποδυναμώνεται η πιο αδικημένη, κατά τη γνώμη μας, αίσθηση: η αφή.

Η Ερση Σωτηροπούλου συμπληρώνει κάτι ακόμα. «Νομίζω ότι η καραντίνα και ο κορωνοϊός εδραίωσαν τάσεις που ήδη υπήρχαν λόγω της ανάπτυξης των social media», παρατηρεί. «Η προσωπική επαφή, το βλέμμα του άλλου, συρρικνώνονται, κάτι που δημιουργεί μια αναπηρία στις σχέσεις. Ειδικά στις ερωτικές, δεν υπάρχει ένα κουμπί για να σου πει κάποιος ότι σε αγαπάει. Σε έναν κόσμο ψηφιακής ταχύτητας, όπου με ένα κλικ παραγγέλνεις από το Amazon, δέχεσαι και απορρίπτεις φίλους, η ερωτική απόρριψη είναι πολύ κρύο πιάτο. Στον έρωτα δεν υπάρχει άμεση παράδοση».

ston-erota-den-yparchei-amesi-paradosi0Φυσικά, εκτός από απουσία ανθρώπινων επαφών, ο κορωνοϊός σημαίνει και απουσία ανθρώπινων ζωών. Μια ακόμα σχετική παραπομπή σε έργο της Ερσης Σωτηροπούλου είναι εκείνη στο ποίημα «Ανθρωπος στη θάλασσα», όπου η συγγραφέας καταπιάστηκε με την απώλεια της μητέρας της και τη διαχείριση του χρόνου που (δεν) έχουμε με τους άλλους. Πώς διαχειρίζεται σήμερα τον χρόνο με τους ανθρώπους που αγαπάει και πώς αυτός επιταχύνεται ή επιβραδύνεται; «Στο πρώτο lockdown, μου άρεσε να φαντάζομαι ότι όταν τελειώσει όλο αυτό θα έρθει μια αφόρητα ανάλαφρη κατάσταση, ένα παιχνίδι ουσιαστικής χαράς», αποκρίνεται. «Αντίθετα, υπάρχει ένα κράτημα, μια παγωμάρα. Οπωσδήποτε τους δικούς σου δεν τους ξεχνάς, είναι εκεί, τους αγαπάς. Ωστόσο, νομίζω ότι έχω λιγότερες επαφές από πριν. Αυτό το διάστημα, όταν στέλνεις ένα e-mail ή παίρνεις τηλέφωνο, το κάνεις για τον πιο μπανάλ λόγο: να δεις αν ο άλλος είναι καλά, ότι δεν έχει αρρωστήσει. Η ελευθερία της φιλίας, του φλερτ, αυτή η ανταλλαγή όπου ο καθένας μας γίνεται πλουσιότερος, παρά τις κόντρες και χάρη στις κόντρες, έχει ανακοπεί».

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε τις συσχετίσεις της πανδημίας με τη μυθοπλασία της Ερσης Σωτηροπούλου, ρωτώντας λ.χ. αν ήταν όντως «προφητικό» το περίφημο «Ζιγκ ζαγκ στις νεραντζιές», που επανακυκλοφόρησε συμπτωματικά τον περασμένο Φεβρουάριο και του οποίου μια ηρωίδα, η Λία, πεθαίνει προσβεβλημένη από έναν άγνωστο ιό. «Εχει πλάκα που το χαρακτηρίζουν “προφητικό”», θα πει η συγγραφέας του, «όμως εκείνος ήταν ένας ιός “Δον Κιχώτης”, που επινοεί το σώμα για να καταπολεμήσει τα φαντάσματά του. Αυτό που ζούμε σήμερα είναι η πεμπτουσία της μονοτονίας: ένας ιός με αρκετά ασαφή ακόμα χαρακτηριστικά, που μεταδίδεται τυχαία, προκαλώντας θανάτους που ποτέ στην Ιστορία δεν υπήρξαν τόσο αόρατοι. Ο κόσμος πεθαίνει εκεί, βουβά, σαν αριθμός. Παραφράζοντας τον Ρόμπερτ Μούζιλ, πρόκειται για έναν “ιό χωρίς ιδιότητες”».

Στα αλήθεια, ανεξαρτήτως της λογοτεχνίας, υπάρχει και η σκληρή πραγματικότητα. Σχολιάζοντάς τη η Ερση Σωτηροπούλου θα αναφερθεί, μεταξύ άλλων, στην καθημερινότητα των γυναικών που εργάζονται από το σπίτι και παράλληλα μεγαλώνουν παιδιά: «Μου φαίνεται πραγματική κόλαση, υπάρχουν γυναίκες γενναίες που τα καταφέρνουν, αλλά εγώ δεν θα μπορούσα», λέει και προσθέτει το ζήτημα της ενδοοικογενειακής βίας και των εντάσεων «που θεριεύουν μέσα στους τέσσερις τοίχους».

Παρατηρεί, επίσης, ότι ενώ «στην οικονομική κρίση αρκετοί από εμάς κάτι έμαθαν μέσα από την αλληλεγγύη και τις διαμαρτυρίες· τώρα, η πιο ευγενική ανθρώπινη χειρονομία, η πιο υπεύθυνη κοινωνικά, είναι να αποφεύγεις τους άλλους». Ερωτώμενη για εκείνους που χαρακτηρίζονται χλευαστικά «ψεκασμένοι» λέει ότι, σε έναν κόσμο άδειο και κατακερματισμένο, κάποιοι αναζητούν εξηγήσεις που τους δίνουν την αίσθηση μιας έστω μικρής εξουσίας πάνω στο ακατανόητο και οι οποίοι, συχνά, όπως φάνηκε και στην Αμερική του Τραμπ, είναι άνθρωποι που βρίσκονται στον δρόμο, χωρίς δουλειά: «Ο πνιγμένος πιάνεται από τα μαλλιά του και είναι εύκολο σε συνθήκες επισφαλείς να πιστέψεις συνωμοσίες», λέει.

Και μιας και πήγε εκεί η κουβέντα, πώς υποδέχθηκε την καταδίκη της Χρυσής Αυγής; «Είναι ένα πρώτο βήμα, αλλά δεν πρέπει να εφησυχάσει κανείς. Ο Σαίξπηρ λέει ότι “η ωραία μέρα βγάζει την οχιά”. Το ωραίο της υπόθεσης ήταν η χαρούμενη διαδήλωση έξω από το εφετείο, γεμάτη νεαρά παιδιά, μαθητές, που τους έβλεπα κατόπιν στο μετρό γελαστούς. Για αυτούς, η δικτατορία και το Πολυτεχνείο είναι πολύ μακριά και εκείνη η στιγμή ήταν μια ευκαιρία να συνειδητοποιηθούν».

Στην κάψα του γεγονότος

Τέλος, και επιστρέφοντας στη λογοτεχνία, μήπως γράφει κάτι αυτή την περίοδο; «Είχα αρχίσει κάτι πριν από την πρώτη καραντίνα, αλλά το έχω παρατήσει», καταλήγει. «Δεν νομίζω ότι γράφει κανείς πάνω στην κάψα του γεγονότος. Μπορεί να συμβεί και να είναι εξαιρετικό, αλλά το βλέμμα χρειάζεται μια απόσταση. Δεν πρέπει να πέφτεις στην παγίδα της επικαιρότητας. Μου έλεγε ο Νάνος Βαλαωρίτης ότι στην Κατοχή, όταν μάζευαν με τα καρότσια τους νεκρούς από την πείνα, είχαν γραφτεί τα πιο λυρικά, τα πιο ερωτικά, τα πιο φορτισμένα ποιήματα του Γκάτσου και του Ελύτη. Δεν μιλούσαν για την τραγωδία των ημερών, για την καθημερινή φρίκη. Τα διαβάζεις σήμερα και πρέπει να δεις τη χρονολογία τους –το ’43, το ’44– για να το καταλάβεις».