ΒΙΒΛΙΟ

Νέα φλόγα στο καντήλι που τρεμόσβηνε

Η Μαρία Τοπάλη ανθολογεί τους Ελληνες ποιητές της τελευταίας εικοσαετίας, των οποίων η φωνή αναμφίβολα δυναμώνει

Νέα φλόγα στο καντήλι που τρεμόσβηνε

Πόσο διαφορετικές ήταν oι προσλαμβάνουσες και τα βιώματα για έναν ποιητή (ή και πεζογράφο) στην Ελλάδα του 2000 συγκριτικά με τη χώρα όπως ήταν το 2010 και βέβαια με το πώς είναι σήμερα; Οι μεταμορφώσεις μιας κοινωνίας (ολόκληρου του κόσμου εντέλει) αφήνουν βαθιά αποτυπώματα. Ειδικά η τελευταία εικοσαετία είναι από τις περιόδους κατά τις οποίες κάποιος μπορεί να νιώσει ότι άλλαξε δέρμα. Πώς μπορεί λοιπόν να αποτυπώνονται τόσο δραστικές και δραματικές μετατοπίσεις στο ελληνόφωνο ποιητικό έργο; Αυτά ακριβώς τα ίχνη γυρεύει να αποτυπώσει μέσα από την ανθολογία «Ποίηση με πείσμα» η ποιήτρια, κριτικός και συνεργάτις της «Κ» Μαρία Τοπάλη. Γιατί όμως «πείσμα»; Ισως διότι η ποίηση απαιτεί πάντοτε ένα πείσμα. Ισως επειδή οι καιροί απαίτησαν εσχάτως κάμποσο πείσμα παραπάνω.

Η ανθολογία «Ποίηση με πείσμα» θα κυκλοφορήσει σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Αντίποδες. Σήμερα προδημοσιεύουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από την εισαγωγή της Μ. Τοπάλη.

Προδημοσίευση

nea-floga-sto-kantili-poy-tremosvine0
Η ανθολογία «Ποίηση με πείσμα» θα κυκλοφορήσει σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Αντίποδες.

«Οφείλουμε να σκεφτούμε, όχι υπό μορφήν οριστικών συμπερασμάτων, αλλά διερωτώμενοι εύλογα αν μοιάζει κάτι να κομίζει εις την τέχνη (της ποίησης) η ελληνόφωνη ποιητική παραγωγή της τελευταίας εικοσαετίας, ξεκινώντας από τους ποιητές και τις ποιήτριες που πρωτοδημοσίευσαν γύρω στα τέλη του περασμένου αιώνα. Συνομιλούν άραγε οι έτσι σχηματικά οριζόμενοι ως “καινούργιοι” ποιητές με το παρελθόν της ποίησης και της γλώσσας; Διαμεσολαβούν αποτελεσματικά το παρόν; Απευθύνονται με επάρκεια στο μέλλον; Υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι συγκροτούν, με κάποιον τρόπο, ρεύμα; Συνεχίζουν κάτι παλαιότερο ή ξεκινούν περίπου εκ νέου, μετά από κάποιο ρήγμα; Εισάγουν καινά δαιμόνια; Πειραματίζονται; Εγκαταλείπουν; Επαναστατούν; Αν λάβουμε υπ’ όψιν τις συνθήκες γραφής, δημοσίευσης και συζήτησης στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, θα πρέπει με ειλικρίνεια να παραδεχτούμε ότι –μιλώντας πάντοτε για την Ελλάδα– το καντήλι της ποίησης τρεμόσβηνε. Αυτή η αίσθηση τέλους, αυτό το εικαζόμενο ρήγμα ή η τομή είναι που μας οδηγεί να θέσουμε τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο ως αφετηρία της ανθολογίας και όχι βέβαια η απόδοση κάποιας σημασίας στην εμβληματική ημερομηνία ενός “μιλένιουμ”. 

Σήμερα, είκοσι περίπου χρόνια αργότερα, εκείνη η διάχυτη αίσθηση τέλους –ας τολμήσουμε να συμπληρώσουμε: και ήττας– μοιάζει μακρινό παρελθόν. Ανεξαρτήτως του πώς θα τους αποτιμήσουμε, οι ποιητές και οι ποιήτριες της καινούργιας εποχής είναι παρόντες, η φωνή τους δυναμώνει και η παρουσία τους στον δημόσιο χώρο είναι απαραγνώριστη. Τους συνδέει κάποιο νήμα; Είναι νωρίς ακόμη να το πούμε με σιγουριά. Αλλά θα ήμασταν ολότελα τυφλοί αν δεν παραδεχόμασταν το ολοφάνερο: τους συνδέει ένα πείσμα. Ο Δημήτρης Αλλος, που ανήκει στους μεγαλύτερους στην ηλικία από τους ανθολογούμενους, κάνει λόγο για το “στριφτόπλεκτο πείσμα της πραγματικότητας” και για το “πείσμα της γραφής”. Δεν είναι μονάχα στο σημείο αυτό αλλά, οπωσδήποτε, είναι και σε αυτό, που η γενική μου εντύπωση από την περιδιάβαση στα ποιήματα και τους ποιητές της τελευταίας εικοσαετίας έρχεται να συναντηθεί με τα δικά του λόγια. Αλλά και ο εντελώς διαφορετικός Δημήτρης Αγγελής φλερτάρει με το δικό του πείσμα, στο οποίο εμπλέκεται η γεωγραφία της Εθνικής Οδού: “Και είν’ ερώτημα καυτό απόψε αν υπάρχεις. / Και είναι πείσμα αδειανό / η βραδινή Τραγάνα”. Σε κάθε περίπτωση, εμφανίστηκαν εδώ κι εκεί και ολοένα και πυκνότερα ποιητές και ποιήτριες αποφασισμένες και αποφασισμένοι να αναλάβουν μιαν υπόθεση που έμοιαζε ξεθυμασμένη. Η ανάδυσή τους ήταν ευδιάκριτη πολύ πριν την εκδήλωση της ελληνικής κρίσης χρέους. Είναι, για τον λόγο αυτόν, δύσκολο να μη σταθεί κανείς κριτικά απέναντι σε επιλογές ανάγνωσης του σύνθετου αυτού φαινομένου αποκλειστικά μέσα από τα κάπως φτηνά ματογυάλια δημοσιότητας που παρείχε τα τελευταία χρόνια στην έξωθεν θέαση της Ελλάδας η κρίση. 

“Πρέπει να σκληρύνεις πολύ για να περιβάλεις τη ρευστότητα / Για ν’ ασφαλίσεις ένα τόσο χλωρό μέλλον”, γράφει ήδη το 2008 στο “Ασυλο” η Κατερίνα Ηλιοπούλου, επιδιώκοντας μάλιστα να δώσει φωνή στη γυναίκα-δημιουργό. Οι ποιητές και οι ποιήτριες της περιόδου αυτής έχουν λοιπόν συναίσθηση του θαυμαστού καινούργιου κόσμου που ανατέλλει και της πρόκλησης που αυτός συνιστά για την πένα τους. “Κάνουμε τα πρώτα μας βήματα / στην πατρίδα-γλώσσα”, γράφει και η Μαριγώ Αλεξοπούλου (Προ φαρμακείας εποχή) το 2012. Ανεξαρτήτως του πού θα καταλήξει όλο αυτό –είναι νωρίς ακόμη για τελειωτικά συμπεράσματα– είναι πάντως απαραγνώριστες οι αγωνίες και οι διαθέσεις. Και είναι ένα μεγάλο ζήτημα, που δεν μπορεί να απαντηθεί στο πλαίσιο αυτής της εισαγωγής, κατά πόσον υπήρξε απάντηση σε αυτές τις ρητά εκφρασμένες τάσεις της νέας ποίησης από την πλευρά της κριτικής. Η τελευταία στάθηκε μάλλον αμήχανη απέναντι στην πιθανότητα του πραγματικά καινού. Αλλωστε, “Δεν έχουμε ανάγκη από ποίηση, ποιητές / Εχει γραφτεί σχεδόν ολόκληρη / Εσάς θέλουμε / Πού είστε πλανεμένοι;” αναρωτιέται ο Στάθης Κεφαλούρος, εκφράζοντας μια στάση και τάση διάχυτη, που νομιμοποιεί επί δεκαετίες το αίσθημα της ματαίωσης και τη χαμηλή στόχευση που το συνοδεύει ως αυτονόητο. Πεζοποιήματα, έτσι, όπως τα “Πλευρικά” της Κλιγκάτση ανήκουν μεν στην κατηγορία των σύγχρονων γραπτών που με έμφαση θέτουν ζητήματα, εν προκειμένω το ζήτημα της θηλυκής υπόστασης και της θηλυκής δημιουργού, χωρίς όμως να διεκδικούν για λογαριασμό της ποίησης κάτι περισσότερο από ένα –ηπιότατο στην εποχή μας– καταστασιακό(;) αίτημα. 

Αρκετοί ποιητές και ποιήτριες αυτής της περιόδου και αυτής της ανθολογίας αρκούνται περισσότερο ή λιγότερο στη διεκδίκηση ενός ρόλου αντί για την κατάθεση ενός έργου – πράγμα βέβαια καθόλου ασυνήθιστο και σε άλλες εποχές. Αυτό που ενδιαφέρει εδώ είναι ότι και εκείνοι και οι άλλοι, όσοι δηλαδή επιχειρούν στα σοβαρά να συνομιλήσουν και να αναμετρηθούν με ρεύματα και παραδόσεις, φέρουν κοινά χαρακτηριστικά ως προς το ύφος, τον τόνο και τη θεματική. Μοιράζονται ένα κοινό κλίμα, μια κοινή προσπάθεια, έναν κοινό πολιτισμό. Πιο κάτω σημειώνονται συνοπτικά εγχειρήματα που σταδιακά πραγματοποιήθηκαν και πραγματοποιούνται πλέον με ολοένα και ωριμότερες αξιώσεις από τις καινούργιες ποιήτριες και τους καινούργιους ποιητές με ομάδες, έντυπα, blogs και πλήθυνση των δημόσιων αναγνώσεων και των “επιτελέσεων” (performances). Ο ζωτικός δημόσιος χώρος και ο δημόσιος λόγος, που εντοπίζεται περίπου κενός και αμήχανος στην αρχή αυτής της περιόδου, συγκροτεί, βήμα το βήμα, τον εαυτό του».