ΒΙΒΛΙΟ

Ένας Βρετανός με την ευαισθησία κατοίκου του Τρινιντάντ

Ένας Βρετανός με την ευαισθησία κατοίκου του Τρινιντάντ

Ο Ρότζερ Ρόμπινσον είναι ποιητής, μουσικός και περφόρμερ. Γεννήθηκε το 1967 στην Αγγλία, απ’ όπου έφυγε στα τέσσερά του χρόνια για τον τόπο καταγωγής του, το Τρινιντάντ της Καραϊβικής, για να επιστρέψει στο Λονδίνο στα δεκαεννιά του. Η πρώτη του ολοκληρωμένη ποιητική συλλογή «The butterfly hotel» δημοσιεύτηκε το 2012, ενώ η συλλογή του «Ενας φορητός παράδεισος» τιμήθηκε το 2019 με το υψηλού κύρους βραβείο T. S. Eliot. Η τελευταία του αυτή ποιητική συλλογή σηματοδοτεί μια καίρια αλλαγή στην ποίησή του: ενώ τα προηγούμενα βιβλία του έμοιαζαν να είναι γραμμένα από έναν ποιητή της Καραϊβικής που κατοικεί στην Αγγλία, και γι’ αυτό ήταν γεμάτα με αναμνήσεις από τον παραδείσιο τόπο καταγωγής του και τις γυναίκες της παιδικής του ηλικίας, στον «Φορητό παράδεισο» διαβάζουμε τα ποιήματα «ενός Βρετανού», όπως χαρακτηρίζει ο ίδιος τον εαυτό του, «με την ευαισθησία ενός κατοίκου του Τρινιντάντ». Βρισκόμαστε πια πολύ μακριά από κάθε παράδεισο.

Ο Ρόμπινσον γράφει για την καταστροφική πυρκαγιά στον Πύργο Γκρένφελ, την πολυκατοικία των είκοσι τεσσάρων ορόφων στο Λονδίνο όπου τον Ιούνιο του 2017 έχασαν τη ζωή τους εβδομήντα εννέα άνθρωποι. Γράφει για τους πρώτους Αφροαμερικανούς από τα νησιά της Καραϊβικής, που έφτασαν στο Μπρίξτον το 1948 με το πλοίο «Γουίντρας». Και ακόμα, για τις ταραχές του Λονδίνου, για τη δουλεία και τον ρατσισμό, για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες από την Αφρική και την Ασία, για τον δικό του πρόωρα γεννημένο γιο και τις νοσηλεύτριες που στηρίζουν το εθνικό σύστημα υγείας, για τις πόρνες, αλλά και για τους συγγραφείς, τους ζωγράφους, τους μουσικούς και τους πανεπιστημιακούς δασκάλους που αισθάνεται κοντινούς του.

Η ποιητική συλλογή του Ρότζερ Ρόμπινσον «Ενας φορητός παράδεισος» θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά, σε μετάφραση Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου, από τις εκδόσεις Κείμενα, εντός των ημερών.   

Προδημοσίευση

enas-vretanos-me-tin-eyaisthisia-katoikoy-toy-trinintant0
Τη μετάφραση των ποιημάτων του Ρόμπινσον έχει κάνει ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος.

H παλινωδία του κορακιού
 
Ισως, άνθρωπε,                                           
να ήμουν πολύ σκληρός 
μαζί σου. Δεν ήξερα
πως τα μικρά σου
ξυπνάνε συχνά
μες στον ύπνο τους
κι εσύ όλη νύχτα 
μένεις ξάγρυπνος 
δίπλα στο παιδί σου.
Ενα από τα παιδιά μου
δεν είναι καλά. Δεν μεγαλώνει
όπως τ’ άλλα. 
Κι εμένα, όπως κι εσένα, συχνά
με τρώει η ανησυχία.  
Ξυπνάω και νιώθω έναν 
πυκνό ιστό αράχνης
στο μυαλό μου.
Τα άλλα παιδιά μου αναρωτιούνται
τι πρόβλημα έχει ο πατέρας τους.
Κάνω ό,τι πρέπει να κάνω
γιατί μ’ έχουν ανάγκη,
αλλά γίνεται όλο και πιο δύσκολο.
Συγχώρησέ με, άνθρωπε,
βιάστηκα να σε κρίνω.
Τώρα καταλαβαίνω 
το φορτίο που κουβαλάς. 

Συκώτι
 
Είναι ένα συνηθισμένο Σάββατο στο Τζάμπο, το 
κοντινό μου μπαρμπέρικο, με ποδόσφαιρο στο ραδιόφωνο και πολιτικές συζητήσεις σε υψηλή ένταση.
 
Εξω ο Σαδίκ σπρώχνει κάποιον πάνω σ’ ένα 
νοσοκομειακό αμαξίδιο, κάποιον πολύ πιο αδύνατο
απ’ όσο πρέπει να είναι ένας άντρας της ηλικίας του· 
τότε συνειδητοποιούμε πως είναι ο Αμπντουλά
 
με τις κλασικές παντόφλες του νοσοκομείου,
τόσο αδύναμος που δεν μπορεί ούτε να μιλήσει.
Ο Σαδίκ –η φωνή του– ρωτάει πόσοι ακόμα
περιμένουν για κούρεμα πριν απ’ τον Αμπντουλά. 
 
Ολοι μες στο μπαρμπέρικο λέμε να κουρευτεί πρώτος.
Ακόμα και κάποιος που ήδη κάθεται στην καρέκλα
μισοκουρεμένος σηκώνεται για να του δώσει 
τη θέση του.
Αλλ’ ο Αμπντουλά είναι πολύ αδύναμος για 
να σηκωθεί 
 
κι ο Αμπντί ο κουρέας τού κόβει τα μαλλιά χωρίς να
τον σηκώσει από το αμαξίδιο.
Ο Σαδίκ του μιλάει για να του φτιάχνει τη διάθεση, 
μα εκείνος είναι πολύ αδύναμος για να του απαντάει.  
 
Ο Σαδίκ χαίρεται να μονολογεί όση ώρα ο Αμπντί 
τον κουρεύει με τις πιο ελαφριές ψαλιδιές 
που μπορεί. 
Μες στο μπαρμπέρικο επικρατεί απόλυτη ησυχία. 
Μέχρι που έκλεισαν και τον αγώνα στο ραδιόφωνο. 
 
Μετά το κούρεμα ο Σαδίκ πάει να πληρώσει, 
αλλ’ ο Αμπντί του γυρίζει την πλάτη,
του λέει όποτε χρειαστεί πάλι κούρεμα
τηλεφώνησέ μου και θα έρθω εγώ να σας πάρω
 
με το αυτοκίνητο απ’ το νοσοκομείο.
Ο Σαδίκ πάει ξανά να πληρώσει.
Ο Αμπντί φωνάζει τον επόμενο.
Τον ρωτάω αν ο Σαδίκ και ο Αμπντουλά
 
έχουν κάποια συγγένεια και μου λέει Οχι είναι απλώς 
ένας φίλος του που τον παίρνει απ’ το νοσοκομείο
για να ζει κι εκείνος λίγο σαν άνθρωπος.
Χρειάζεται συκώτι. Δεν του μένει πολύς 
χρόνος ακόμα.   
 
Ενας φορητός παράδεισος
 
Και αν μιλάω για παράδεισο, τότε μιλάω για 
τη γιαγιά μου που μου είπε να τον έχω πάντα
μαζί μου, κρυμμένο, έτσι που κανείς άλλος
να μην το ξέρει εκτός από μένα.
Ετσι δεν θα μπορούν να σ’ τον κλέψουν, είπε. 
Κι αν είναι ζόρικη μαζί σου η ζωή, χάιδεψε με το 
δάχτυλο μέσα στην τσέπη σου τις κορυφογραμμές του,
μύρισε τη μυρωδιά του πεύκου στο μαντίλι σου,
μουρμούρισε τον ύμνο του με χαμηλή φωνή.
Και αν τα ζόρια σου είναι αδιάκοπα και καθημερινά,
πήγαινε σ’ ένα άδειο δωμάτιο –σ’ ένα ξενοδοχείο,
σ’ έναν ξενώνα, σε μια καλύβα– βρες μια λάμπα
και άδειασε τον παράδεισό σου πάνω σ’ ένα 
τραπέζι:
την ξανθή άμμο σου, τους πράσινους λόφους 
και τα φρέσκα ψάρια. 
Φώτισέ τα με τη λάμπα σαν μια νέα ελπίδα 
πρωινή και μείνε να τα κοιτάς μέχρι να 
αποκοιμηθείς.