ΠΟΛΗ

Η ποιητική τραχύτητα της οδού Λιοσίων

Η ποιητική τραχύτητα της οδού Λιοσίων

Δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη για την ύπαρξη όσων έχεις ακούσει, από το να πας να τα βρεις και να σταθείς απέναντί τους. Ιστορίες για την οδό Λιοσίων, την τότε και την τωρινή, συμπλέουν και συναιρούνται σε μια ενιαία γεύση της πόλης. Παρ’ όλα αυτά όμως, παρά, δηλαδή, τη θερμή διάθεση που αγκαλιάζει την Αθήνα στο σύνολό της, ο περίπατος στην οδό Λιοσίων θα έπρεπε ίσως να είναι ένα μάθημα για το πώς οι πόλεις εκπίπτουν. Πεπτωκότες άγγελοι και αθέατοι δαίμονες έμοιαζαν να στέφουν τις καπνισμένες πολυκατοικίες και τα άδεια σπίτια, και ήταν πολλά όσα έστεκαν έρημα και διπλομανταλωμένα. Η Λιοσίων είναι ένα μεγάλο αστικό ποτάμι στο γηρασμένο σώμα της πόλης. Την αρδεύει ακόμη. Υπάρχουν σημεία που μοιάζουν να αναβλύζουν αλλά οι πηγές είναι σκόρπιες και συχνά αθέατες. Κατά τόπους, έρχεται ο αχός από κάτι απόκοσμο, προλεταριακό, πηγαίο, τραχύ, μισοσκότεινο και νοτισμένο με οσμές παλιοκαιρινές, με πηχτή υγρασία, με ανθρώπινη αποφορά. Το τοπίο των οσμών συμβιώνει με το τοπίο των ήχων, κούφια ανοίγματα απελευθερώνουν το σφύριγμα του αέρα και το φτερούγισμα των πουλιών, και είναι σαν ένας παράλληλος κόσμος, από σκιές και οπτασίες, να είναι τόσο ζωντανός όσο και τα ερειπωμένα σπίτια που έβλεπα κατά μήκος αυτού του δρόμου-ποταμού. Ενα τοπίο σιωπής, αν θελήσει να το δει κανείς έτσι.

Περπατούσα στη Λιοσίων από το ύψος της Ηπείρου προς την πλατεία Αττικής ερχόμενος από την πλατεία Βάθης, με προορισμό ποιος ξέρει πού. Δεν έχει τελειωμό αυτός ο δρόμος, η Λιοσίων είναι μια στενόμακρη ήπειρος, ένα αστικό κήτος που απλώνει σαν ερπετό αλλά με καρδιά πτηνού. Μου αρέσει αυτό το κράμα αστικού υλικού που έβλεπα σε κάθε βήμα και σε κάθε καμπύλη του δρόμου, αρμολογημένο ακανόνιστα, ανισοϋψές, άνισο από την ιδρυτική του βάση, εκ φύσεως παράγωνο, ατίθασο και υβριδικό, σε ένα μεταίχμιο ακατέργαστης και εξημερωμένης ύλης. 

i-poiitiki-trachytita-tis-odoy-liosion0
Λιοσίων και Ηπείρου 65, ευγενής προπολεμικός μοντερνισμός σε παραίτηση. ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Περπατούσα με τις αισθήσεις οξυμένες καθώς δεν ήθελα να χάσω τις λάμψεις παλαιικής αστικότητας, που φανερώνονταν απρόσμενα σε δόσεις αναπάντεχες. Σε αυτό το σημείο της Αθήνας, όμως, φαίνεται πως έχει νικήσει εκείνο το αίσθημα της παραίτησης και μιας γενικής κατήφειας, ακόμη και αν τύχει να είναι ώρα δουλειάς, κίνησης και μαστορέματος. Η Λιοσίων έχει σπηλιές με συνεργεία, παλιά καφενεία, τα περισσότερα κλειστά, διαμερίσματα σε ορόφους και πολλές όμορφες διασταυρώσεις, όμορφες για τα μάτια που βλέπουν πίσω από το προφανές. Θα δει κανείς μονώροφα νεοκλασικά ανάμεσα σε γηρασμένες πολυκατοικίες του 1975. Συγκατοικούν εκδοχές νεοελληνικού βίου και εδώ, μιλάμε για τα πρωτογενή κοιτάσματα αθηναϊκότητας, εκείνα που συγκινούν ποιητές στην ψυχή ή καλλιτέχνες του βλέμματος. Η Λιοσίων έχει εκείνη την ποιητική τραχύτητα που γοητεύει με τις σκοτεινές λάμψεις της και που γαντζώνεται στην ψυχή σαν ζώο που δεν θέλει να απελευθερωθεί. Υπάρχει κάτι το πρωτόγονο και μαζί κάτι το εκλεπτυσμένο, το λειασμένο, το περασμένο χίλιες στρώσεις, αυτό που κληροδότησε η ζωή του άστεως. Μέσα σε μισοσκότεινα συνεργεία σφυροκοπάει ο ρυθμός του μεροκάματου και απέναντι γύψινες ροζέτες στεφανώνουν θεόκλειστα παράθυρα. Η ζωή στη Λιοσίων ξεχειλίζει στην άσφαλτο και μαζί συρρικνώνεται μέσα, παραμένει ημιδιάφανη. Αυτή η νεκροφάνεια με κάνει να υψώνω το βλέμμα στις προσόψεις. Διαλέγω τα μονώροφα του 1900, του 1910 και του 1920, με ελκύουν με την ανεπιτήδευτη απλότητα και τη φιλάρεσκη αυτοτέλειά τους, δίπλα θα φυτρώνουν διώροφα και τριώροφα από το 1915 και το 1936 και το 1952, και πιο κει άδεια οικόπεδα από κατεδαφίσεις. Φέρουν ίχνη οικιακού βίου και παρασιτική αττική βλάστηση και τα σκιάζουν ψηλές πολυκατοικίες και κτίρια γραφείων μιας ενδημικής μαζικότητας. Εκεί ανάμεσα, φύονται τα πέτρινα άνθη ενός διαρκούς αθηναϊκού βίου.