ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Όταν τα Χριστούγεννα μύριζαν αλλιώς

Διαδρομές του νου σε γιορτινές ημέρες περασμένων εποχών, με λιγότερα χρήματα στην τσέπη, αλλά περισσότερη διάθεση για χαρά.

otan-ta-christoygenna-myrizan-allios-561208519

Πακέτα από τον Μαγγιώρο ή τον Τσοκά ήταν για πολλά παιδιά περασμένων γενεών το απόλυτο χριστουγεννιάτικο δώρο. Τα κλασικά καταστήματα παιχνιδιών στην Αθήνα, στην Ερμού, στην Αιόλου και στην Πατησίων, ήταν συνώνυμα με εκλεκτά είδη, πολλά εκ των οποίων ήταν εισαγωγής και τοποθετούνταν κάτω από τα χριστουγεννιάτικα δέντρα στα μοντέρνα διαμερίσματα της τότε Αθήνας. 

Πολλά θα είχε να πει κανείς για την Πανελλήνιο Αγορά στη Σταδίου (κοντά στο Σύνταγμα), για τα πολλά συνοικιακά παιχνιδάδικα, για τις κούκλες της el greco στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 ή για τα δημοφιλή πολυκαταστήματα, το Μινιόν και του Λαμπρόπουλου. 

Eνα από τα πιο περίεργα παιχνίδια που είχα δεχθεί ποτέ ως παιδί ήταν ένας Ινδιάνος που όταν τον κούρδιζες έπαιζε ένα κρουστό όργανο (από τον Λαμπρόπουλο) ή ένα ταμπούρλο που το περνούσες από τον λαιμό και άρχιζες τις… πρόβες (από τον Τσοκά της Πατησίων). Μακάρι να τα είχα κρατήσει ως ενθύμια εκείνης της Αθήνας που γέμιζε στα κεντρικά της πεζοδρόμια από πλήθη με λιγότερα χρήματα στην τσέπη μεν, αλλά με περισσότερη διάθεση να χαρεί πραγματικά. Αυτές οι νοσταλγικές αναδρομές αναπόφευκτα φέρνουν στον νου την Αθήνα των προνομιούχων και των μη, αλλά ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου ήταν μικρομεσαίο και με τον έναν ή άλλον τρόπο τα κατάφερνε. 

Αν μου έλεγαν τι θα ήθελες να νιώσεις από την Αθήνα που πέρασε και που ίσως δεν μπόρεσες να το εκτιμήσεις ως παιδί, θα έλεγα ενδεχομένως μια βόλτα στην Ερμού για τον Μαγγιώρο ή το Bambino, αλλά το πιθανότερο θα ήταν να διάλεγα μια βόλτα στην Αιόλου και εκεί, στην πλατεία Κοτζιά, ανάμεσα στους αυτοσχέδιους πάγκους των μικροπωλητών να έβλεπα τα λαϊκά παιχνίδια, άλλα ωραία σαν πηγαία τέχνη και άλλα κακότεχνα και ευτελή. Σήμερα, θα μου άρεσαν.

Ακούω τα λόγια του Πικιώνη που έλεγε «για τη συγκινητική εικόνα του κακού γούστου» όταν μιλούσε για τα παιχνίδια της οδού Αιόλου, εκεί όπου βρίσκει κανείς «παιχνίδια του λαού καμωμένα από τον λαό, προορισμένα πάλι για τα παιδιά του λαού – κανένας άλλος δεν τα καταδέχεται», να «κείτονται περιφρονημένα δίπλα στους τοίχους, στα πεζοδρόμια…». Εκείνα τα λαϊκά παιχνίδια στους πάγκους με τους αναμμένους γλόμπους από πάνω (όπως πουλούσαν ξηρούς καρπούς ή λαμπάδες), τα λαχτάρισα αργότερα στην ενήλικη ζωή, όταν άκουγα ιστορίες για την επινοητικότητα να φτιάχνεις παιχνίδια από το τίποτα και να τα προσφέρεις με χαρά (από ένα κομμάτι ξύλο, από ένα κουρελάκι, έλεγε και φωτιζόταν η Μαρία Αργυριάδη, που με τη συλλογή της προίκισε το Μουσείο Παιχνιδιών του Μουσείου Μπενάκη).

Αλλά η βαθιά μνήμη των Χριστουγέννων για όσα παιδιά μεγάλωσαν στις μεταπολεμικές δεκαετίες ήταν συνυφασμένη με τη γενικευμένη διάδοση του χριστουγεννιάτικου δέντρου στα σπίτια. Η παράδοση είχε έρθει από τα χρόνια του Οθωνα και σταδιακά κέρδιζε έδαφος αρχικά στα πιο αστικά σπίτια και αργότερα, κυρίως μετά το 1930, μέσα από την εμπορική κίνηση και τη διαφήμιση σε όλες τις γειτονιές. 

Οπως και στα παιχνίδια, έτσι και στα δέντρα υπήρχαν διαβαθμίσεις. Από τα παιδικά μου χρόνια θυμάμαι τις πωλήσεις φυσικών δέντρων στους δρόμους πέριξ της Πατησίων, τις φωτιές που άναβαν όταν έκανε κρύο, τη μυρωδιά του έλατου που πότιζε το σπίτι και ζάλιζε τις αισθήσεις. Χριστούγεννα ήταν οι βελόνες από το έλατο πάνω στο χαλί, σε εκείνα τα χρόνια που δεν υπήρχε κανένας ενδοιασμός για το αληθινό ή ψεύτικο δέντρο, όπως άρχισε αργότερα η διαμάχη. Χριστούγεννα ήταν να αρχίζεις τα μελομακάρονα ήδη από το πρωινό και να περιμένεις τα δώρα κάτω από το δέντρο με την Αγια Νύχτα να γυρίζει στο πικ απ. Ηταν και αυτά «Αθήνα»!

Η λάμψη της Αθήνας

«Ευτυχισμένο το 1972» λέει μια καρτ ποστάλ με το σιντριβάνι της Ομόνοιας, «Ευτυχισμένο το 1974» λέει η «Ραδιοτηλεόραση», αλλά η αισθητική της δικτατορίας ήταν κυρίως στη μικρή οθόνη και στις γιορτές του καθεστώτος. Η Αθήνα είχε ωραίες βιτρίνες και λάμψη από τα παλιά χρόνια, ακόμη και πριν από τον πόλεμο, αν στεκόταν κανείς στους κεντρικούς δρόμους. 

Ομως, αυτή η συναίρεση των αναμνήσεων περιλαμβάνει όλες τις γενιές και οι αφηγήσεις από τα Χριστούγεννα του 1934 με πατροπαράδοτες συνταγές, εκκλησιασμό και μια θεατρική παράσταση τις μέρες των αργιών εξέβαλε στα εφηβικά πάρτι του 1965 με τα σέικ και τα μπλουζ και αργότερα στις ντίσκο του Κολωνακίου το 1978-1980 και στην «Αυτοκίνηση» του 1983. 

Ολα μαζί, αφήνουν εκείνη τη γεύση της προσμονής, οικογενειακή ή με παρέες, με πλήθη ή σε μοναχικά διαμερίσματα, με κάλαντα ή με δίσκους κλασικής μουσικής. Ο ήχος των Χριστουγέννων συναγωνίζεται τη μυρωδιά τους και αν χρειαστεί να ανατρέξει κανείς σε καταχωνιασμένες φωτογραφίες, μαυρόασπρες ή σε ξεθωριασμένα Kodachrome, θα ζωντανέψει έστω και φευγαλέα στιγμές ή βλέμματα που χάθηκαν στη στροφή του χρόνου.

Οι αλλοκαιρινές βιτρίνες της Ερμού, της Σταδίου και της Πατησίων αφηγούνται τον τρόπο που χιλιάδες άνθρωποι στα ίδια πεζοδρόμια χάρηκαν αυτές τις μέρες. Τα δώρα που διάλεξαν για αγαπημένα πρόσωπα, τα φαγητά που μαγειρεύτηκαν, τα γλυκά που τόσα παιδιά λαχτάρισαν… Η ιστορία των γεύσεων, τα Χριστούγεννα των αισθήσεων. 

otan-ta-christoygenna-myrizan-allios0
Διαφημίσεις καταστημάτων από την Ερμού, τα Χαυτεία, την Αιόλου και την Πατησίων και προϊόντων πάσης φύσεως γεννούσαν την επιθυμία και την προσδοκία.

«Μέσα στα κλαδιά του δέντρου, μισοκρυμμένο, το μικρό ξύλινο σπιτάκι»

Υπήρχε εποχή, εκεί μετά το 1950, τότε που «η ζωή ανοιγόταν διάπλατη» ξανά, που για ένα μικρό παιδί ο κόσμος όλος ήταν η προσμονή. Και πόση αξία είχε τότε ένα δώρο, ένα βιβλίο, ένα παιχνίδι…

Σε μια φωτογραφία που μου έδειξε ένα παιδί εκείνης της εποχής, τώρα μια ωραία κυρία, ονομαστή για τις αφηγήσεις της, σοφή και καλλιεργημένη, μου λέει πως από πίσω γράφει «Πρωτοχρονιά 1950». «Ημουν εκεί, με το ισχνό μετακατοχικό μου δεντράκι και τα παιχνίδια εκείνης της χρονιάς εις παράταξιν, στο δωμάτιό μου, στο σπίτι μας στου Μακρυγιάννη…»

«Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, ανοίγοντας τις κούτες με τα χριστουγεννιάτικα στολίδια, βρίσκω και ένα μισοσπασμένο ξύλινο σπιτάκι – ένα ταπεινό στολιδάκι από το πρώτο δέντρο που θυμάμαι να στόλισα», λέει η κ. Μαριάννα Θεοδωροπούλου, παλιά Αθηναία, το παιδί της Πρωτοχρονιάς του 1950. Το δεντράκι, ψεύτικο με χάρτινα αγγελάκια και μπάλες που έσπαζαν εύκολα, το μπαμπάκι να απλώνεται αντί χιονιού και η ασημένια βροχή να κρέμεται σαν δάκρυα…

«Και ήταν και τα αληθινά κεράκια που άναβαν την παραμονή υπό το φοβισμένο βλέμμα της μητέρας μην πιάσουμε φωτιά! Πολλά δέντρα πέρασαν έκτοτε από το σπίτι μας: μικρότερα, μεγαλύτερα, αληθινά, ψεύτικα και πάντα δική μου η αρμοδιότητα του στολίσματος. (…) Θυμάμαι ευτυχισμένα Χριστούγεννα στο πατρικό μου με όλη την οικογένεια μαζεμένη, νεανικά Χριστούγεννα με μουσικές και χορούς, Χριστούγεννα μετά από νοσοκομεία, θλιμμένα Χριστούγεννα μετά από πένθη, Χριστούγεννα με τη δική μου οικογένεια πια και με τα παιδιά μας μικρά να λαμπυρίζουν τα φωτάκια στα μάτια τους, ήρεμα Χριστούγεννα με φίλους μιας ζωής, μαζί κι αγαπημένοι… Το δέντρο πάντα εκεί, παραστέκεται στα Χριστούγεννα της ζωής μας. Και μέσα στα κλαδιά του δέντρου, μισοκρυμμένο, το μικρό ξύλινο σπιτάκι, που για εμένα αξίζει όλα τα στολίδια του κόσμου μαζί! (…) Παλιά, πολύ παλιά, όταν ήμουν μαθήτρια του δημοτικού, στην ετήσια χριστουγεννιάτικη γιορτή στο θέατρο του Αρσακείου, ανεβάζαμε δραματοποιημένη τη Γέννηση του Χριστού (σκηνοθεσία, σκηνικά, κοστούμια, ντεκόρ, όλα από τις δασκάλες μας). Στους κύριους –ομιλούντες– ρόλους, της Παναγίας, του Ιωσήφ και των Μάγων, οι πιο ταλαντούχες. Εμείς οι υπόλοιπες άγγελοι ή βοσκοί! Εμένα με είχαν κατατάξει στους αγγέλους επί ετησίας βάσεως και έτσι περίμενα πώς και πώς να έρθει εκείνη η ώρα που έβαζα το μακρύ μου άσπρο φόρεμα και τις χάρτινες φτερούγες μου, πασπαλισμένες με ασημόσκονη (για τις οποίες είχαμε αφιερώσει ώρες εργασίας με τη μητέρα μου, τις προηγούμενες μέρες, γονατιστές πάνω στο σεντόνι που άπλωνε εκείνη πάνω στο χαλί για να μην γεμίσει ασημόσκονη το σύμπαν). Τι κι αν κάποτε ξέχασα τα γοβάκια μου και αναγκάσθηκα να εμφανισθώ με ελβιέλες (που κανείς βέβαια δεν πρόσεξε, αλλά εγώ είχα πολύ στενοχωρηθεί), τι κι αν κρύωνα πάνω στη σκηνή γιατί δεν υπήρχε θέρμανση, τι κι αν δεν ήμουν αρχάγγελος (αυτός ήταν η πιο όμορφη της τάξεως, η συμμαθήτριά μου Μπέττυ Στ.) – ήμουν πανευτυχής που συμμετείχα και αισθανόμουν τουλάχιστον Κατίνα Παξινού!»