ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Χριστούγεννα: τι μου θυμίζουν, τι μου θυμίζουν…

Συντάκτες της «Κ» ανατρέχουν σε μουσικές, τραγούδια, βιβλία και ταινίες που τους φέρνουν στο μυαλό την πιο ωραία γιορτή του χρόνου

christoygenna-ti-moy-thymizoyn-ti-moy-thymizoyn-561206650

«Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που σας έρχεται στο μυαλό όταν σκέφτεστε τα Χριστούγεννα»; Σε όλους κάτι μας θυμίζει η πιο ωραία γιορτή του χρόνου (και για πολλούς, την ίδια στιγμή, η πιο μελαγχολική). Τραγούδια, ταινίες, μιούζικαλ, μουσικές, βιβλία, ταξίδια, στιγμές – όλοι έχουμε κάτι να φέρνουμε στο μυαλό μας όταν μιλάμε για Χριστούγεννα – ακόμα και τα φετινά που δεν έχουν τη λαμπρότητα και την εξωστρέφεια άλλων εποχών – ή και ακριβώς γι’ αυτό ειδικά φέτος που οι περισσότεροι νιώθουμε λίγο πιο μόνοι, λίγο περιορισμένοι…

Θέσαμε αυτό το ερώτημα σε συντάκτριες και συντάκτες της «Κ», ανέτρεξαν στο δικό τους «μονοπάτι των αναμνήσεων», ελπίζοντας πως το ερώτημα θα δώσει στους αναγνώστες τη δική τους ευκαιρία να θυμηθούν κάτι δικό τους χριστουγεννιάτικο. Ή, αντίστροφα, αυτή μπορεί να είναι μια καλή ευκαιρία να ανατρέξετε σε μουσικές, τραγούδια και ταινίες που μπορεί να μην ήταν η πρώτη σας, η προσωπική σας επιλογή αλλά που πιστεύουμε ότι θα απολαύσετε. Αυτό που μετράει είναι το πνεύμα της γιορτής, σε πείσμα αυτών των δύσκολων καιρών πανδημίας.

Με μια «Μπλε Γαρδένια»
Της Μάρως Βασιλειάδου

Η φωνή του Νατ Κινγκ Κόουλ είναι Χριστούγεννα. Οι crooners είναι ούτως ή άλλως Χριστούγεννα, θα πείτε. Οχι αυτός ο Νατ Κινγκ Κόουλ των γιορτινών τραγουδιών σαν το «Christmas Song». Ούτε καν του «Quizas» και της μουσικής Calypso, που ναι μεν δεν έχει στάλα κατάνυξης, αλλά ξεχειλίζει από τη χαρά μιας κοσμικής γιορτής – σχεδόν ακούς τις σαμπάνιες να ανοίγουν και βλέπεις κομψούς χορευτές να στροβιλίζονται. Από όλα τα τραγούδια μιας παλιομοδίτικης συλλογής των τραγουδιών του Κόουλ -ένας δίσκος αγορασμένος από κάποιο συνοικιακό «δισκάδικο», που στην πορεία των χρόνων κάπου παράπεσε, και πλέον δεν τον ξαναβρίσκω παρά ως συλλεκτικό βινύλιο-, τα δικά μου Χριστούγεννα είναι το θλιμμένο «Blue Gardenia».christoygenna-ti-moy-thymizoyn-ti-moy-thymizoyn0

Πάντοτε πίστευα ότι μέσα στον ενθουσιασμό των γιορτινών ημερών, μόνον εγώ  καταλάβαινα πραγματικά αυτό το τραγούδι. Στην αρχή ήταν τα βιολιά και το βαθύ «Blue» από τη φωνή του Κόουλ που μόλις ακουγόταν ήταν σαν να έχανα το βάρος μου και να πετούσα.  Ύστερα κάτι συνέβαινε με τους στίχους που με μπέρδευαν, και προσπαθούσα ξανά και ξανά να τους καταλάβω : υπάρχει άραγε μια μπλε γαρδένια στην ιστορία; Ποιος έζησε μόνον για μια ώρα; Μήπως ο τραγουδιστής είχε ερωτευτεί κάποια γυναίκα που φορούσε λευκό φόρεμα και έμοιαζε με λουλούδι;

Το τραγούδι «Blue Gardenia» γράφτηκε για την ομώνυμη ταινία, ένα ασπρόμαυρο φιλμ νουάρ του 1953 που σκηνοθέτησε ο Φριτζ Λανγκ. Αυτό βεβαίως το έμαθα πολύ αργότερα από την εποχή της πρώτης ακρόασης, όταν σε ένα θερινό σινεμά παρακολουθούσα γοητευμένη τον Κόουλ να το τραγουδά ζωντανά μέσα στο μπαρ «Μπλε γαρδένια». Αυτό ήταν με κάποιο τρόπο το μοιραίο τραγούδι που σηματοδότησε το παραστράτημά της πρωταγωνίστριας, αλλά σίγουρα έφταιγαν και τα έξι δυνατά Polynesian Pearl Diver κοκτέιλ που κατανάλωσε. Ή μήπως δεν παραστράτησε τελικά; Και τότε ποιος έκανε το φόνο για τον όποιο την κατηγορούν; Από παιδί είμαι πεπεισμένη, μάλλον ασυνείδητα αλλά σαφώς, ότι τα Χριστούγεννα περνούν ευκολότερα με μια δολοφονία, ή ένα παραστράτημα.

christoygenna-ti-moy-thymizoyn-ti-moy-thymizoyn2

Τα μιούζικαλ της παιδικής ηλικίας
Του ΝΙΚΟΥ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΥ

Σε μια από τις πολλές σκοτεινές αίθουσες της Αθήνας, πολλά χρόνια πίσω, τότε που η Σταδίου και η Πατησίων ήταν γεμάτες σινεμά και φωτεινές επιγραφές κάθε είδους, μια μυσταγωγία χαράς και προσμονής επαναλαμβανόταν κάθε Χριστούγεννα. Το παιδικό κοινό αδημονούσε και άφηνε τη φαντασία ελεύθερη να κινείται δίχως όρια και να υπερίπταται και να συμπλέει με ιπτάμενες γκουβερνάντες, με τιρολέζικες κιθάρες, με Πυγμαλίωνες και με κύκνους που ήταν κάποτε άσχημα παπάκια, με λονδρέζικα χαμίνια και ταβερνιάρισες της βικτωριανής Αγγλίας. Ενα κράμα χαρακτήρων γεννούσε αυτό το νεφέλωμα χαράς και μαγείας που βλέπαμε στη μεγάλη οθόνη των αθηναϊκών κινηματογράφων στη δεκαετία του ’60. Τα Χριστούγεννα δεν ήταν Χριστούγεννα χωρίς «Μαίρη Πόππινς», «Ωραία μου Κυρία», «Μελωδία της Ευτυχίας» και λίγο αργότερα με τον «Ολιβερ!» που μετέφερε το βιβλίο του Ντίκενς σε μορφή δράματος με στοιχεία μιούζικαλ. Να μιλήσει κανείς και για τον «Βιολιστή στη Στέγη», που δίχως αμφιβολία, είχε προβληθεί στη μεγάλη σινεμασκόπ οθόνη του «Ράδιο Σίτυ»;

christoygenna-ti-moy-thymizoyn-ti-moy-thymizoyn4

christoygenna-ti-moy-thymizoyn-ti-moy-thymizoyn6

Μαζί με τη μυρωδιά του φυσικού έλατου στο σπίτι, τη γεύση των γλυκών και την αδημονία για τα δώρα, τα μιούζικαλ που βγήκαν το 1964-65 και λίγο μετά ως το 1970 ήταν η χαρά του παιδιού και όχι μόνο βεβαίως καθώς το κοινό τους ήταν τεράστιο, διεθνές και απολύτως απρόβλεπτο, περνούσε διαγωνίως και καθέτους τις γενιές, τις χώρες, τις ηπείρους, όπως και το φύλο ή το μορφωτικό επίπεδο. Ηταν ταινίες για όλους, ο καθένας κάτι έβρισκε να πάρει. Και όλοι έπαιρναν ένα μερίδιο χαράς. Στα παλιά, πλέον, σινεμά της Αθήνας που τρεμοσβήνουν στη μνήμη, από το Ατθίς και το Ελληνίς της Πατησίων, ως το Αττικόν και τον Ορφέα της Σταδίου, η μυσταγωγία εκείνης της κινηματογραφικής μαγείας έχει περάσει σε ένα υπόστρωμα αναμνήσεων και αισθήσεων που συντηρείται πλέον τελετουργικά όταν ανάβει κάθε χρόνο τέτοιες μέρες η σπίθα των Χριστουγέννων. Η φωνή της Τζούλι Αντριους, ο χορός του Ντικ βαν Ντάικ, το στυλ του Ρεξ Χάρισον, η κομψότητα της Ωντρεϊ Χέμπορν, το ύφος του Κρίστοφερ Πλάμερ, η φωνή του μικρού Ολιβερ: please Sir, I want some more, στο συσσίτιο της συμφοράς, η χαρά ζωής του Τοπόλ, όλα μαζί φτιάχνουν τα Χριστούγεννα μιας κινηματογραφικής Αθήνας, που αγαπούσε τα παιδιά…

christoygenna-ti-moy-thymizoyn-ti-moy-thymizoyn8

christoygenna-ti-moy-thymizoyn-ti-moy-thymizoyn10

Το δώρο και το περιτύλιγμά του
Της ΛΙΝΑΣ ΓΙΑΝΝΑΡΟΥ

Μεγαλώνοντας ποτέ δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί τα δώρα κάτω από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο ήταν σε σακούλες, συνήθως με κάποιο λογότυπο που πρόδιδε το κατάστημα που είχαν αγοραστεί, προδίδοντας ταυτόχρονα και τη διαδρομή σκέψης των γονιών μας, αυτή που τους οδήγησε στο συγκεκριμένο δώρο και όχι σε κάποιο άλλο, από κάποιο άλλο κατάστημα, με κάποια άλλη σακούλα. Μέχρι να τα ανοίξουμε, η αδερφή μου κι εγώ τα είχαμε αποκρυπτογραφήσει, είχαμε κάνει και τη μοιρασιά, είχαμε μαλώσει νοερά -“γιατί σου πήραν εσένα αυτό και σε μένα αυτή την αηδία;” σκατόπαιδα, τι τα θες-, είχαμε φιλιώσει και είχαμε βάλει στόχο τα δώρα των παππούδων και των υπόλοιπων καλεσμένων.

Μεγάλη πια, κατάλαβα ποιο ήταν το πρόβλημα. Η σακούλα και δη η πλαστική, φθηνή, αντιεορταστική και αντιερωτική ελληνική σακούλα. Στο αμερικάνικο σινεμά, με το οποίο μεγαλώσαμε (παραδοσιακά το πρωινό των Χριστουγέννων θα παρακολουθούσαμε οικογενειακώς κάποιο μιούζικαλ), τα δώρα κρύβονταν σε κουτιά κάθε μεγέθους, τυλιγμένα σε χαρτιά σε όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου με κορδέλες που έκαναν τα δικά τους σκέρτσα.

Στις ρομαντικές κομεντί, δε, με φόντο τη Χριστουγεννιάτικη, παγωμένη Νέα Υόρκη, οι ήρωες πάντα μπαινόβγαιναν στα πολυκαταστήματα κρατώντας πύργους από κουτιά, κουτάκια και παρακουτάκια, οι οποίοι ενίοτε κατέρρεαν στο παγωμένο πεζοδρόμιο έξω από το Bloomingdale’s με αναπάντεχα αποτελέσματα (βλ. Serendipity). Μέχρι σήμερα έχω αυτό το απωθημένο, να πάρω ένα δώρο σε κουτί, ένα ωραίο, μεγάλο, μυστηριώδες κουτί με φιόγκο, κι ας κρύβεται μέσα η πιο ανέμπνευστη αγορά. Ποιος είπε να μην κρίνεις το δώρο από το περιτύλιγμα; 

christoygenna-ti-moy-thymizoyn-ti-moy-thymizoyn12

Χριστούγεννα μπορντό με χρυσά γράμματα
Της ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

Εκδόσεις Δωρικός, σκληρόδετη έκδοση του 1976. Εξώφυλλο μπορντό, δερμάτινο, με χρυσά γράμματα, όλα κεφαλαία. Στις πρώτες σελίδες, ένας παιδικός γραφικός χαρακτήρας. Ο δικός μου. «Χαρισμένο από τους γονείς μου, Χριστούγεννα 1981», έχω γράψει. Mε πολυτονικό. Με περισπωμένη στη λέξη «γονείς», φυσικά.

Το βιβλίο είναι του Μενέλαου Λουντέμη, «Κάτω απ’ τα κάστρα της ελπίδας». Ενα δικό του μυθιστόρημα ήταν το δώρο που πάντα ζητούσα στα χρόνια του δημοτικού και του γυμνασίου. Τίποτ’ άλλο δεν ήθελα. Ούτε παιχνίδια, ούτε ρούχα. Μόνο βιβλία. Κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα, λοιπόν, ένας δερματόδετος τόμος έφτανε στα χέρια μου, αγορασμένος από το ίδιο πειραιώτικο βιβλιοπωλείο, της οδού Φίλωνος. Η αρχή είχε γίνει με το «Ενα παιδί μετράει τ’ άστρα». Σ’ αυτό είχα γνωρίσει τον Μέλιο και την Αγράμπελη κι είχα μαγευτεί από τον κόσμο τους. Τόσες δεκαετίες μετά, ακόμα θυμάμαι την έξαψη με την οποία ξεκινούσα να διαβάζω κάθε καινούργια ιστορία τους: «Συννεφιάζει», «Αγέλαστη Ανοιξη». Μετά, όταν ολοκλήρωσα την τετραλογία του Μέλιου, ήρθαν κι άλλες ιστορίες του Λουντέμη, κι άλλοι ήρωες: «Οι κερασιές θ’ ανθίσουν και φέτος», «Θυμωμένα στάχυα», «Βουρκωμένες μέρες».

christoygenna-ti-moy-thymizoyn-ti-moy-thymizoyn14

Κάποια από εκείνα τα βιβλία των παιδικών και εφηβικών μου Χριστουγέννων υπάρχουν ακόμα στη βιβλιοθήκη μου. Μέσα στην «Αγέλαστη άνοιξη» διασώζεται μια ξεραμένη γαρδένια, με τον μίσχο της τυλιγμένο με αλουμινόχαρτο – από έναν εφηβικό έρωτα που ονειρευόμουν να είναι σαν του Μέλιου και της Αγράμπελης.

Ανοίγω το «Κάτω απ’ τα κάστρα της ελπίδας», τυχαία, στη σελίδα 53. «Ο Μέλιος ανάσανε βαθιά. Σαν να γλύτωσε από πυρκαγιά ή από ναυάγιο», διαβάζω. Ετσι αισθάνομαι κι εγώ αποχαιρετώντας το 2020. Σαν να γλύτωσα από πυρκαγιά ή από ναυάγιο. Μόνο που ούτε η φωτιά έχει σβήσει, ούτε η τρικυμία έχει κοπάσει. Με στενεύει η πραγματικότητα. Κι αποζητώ την άπλα των αναμνήσεων. Την ανεμελιά και τον ρομαντισμό -την αφέλεια, αν θέλετε, δεν θα διαφωνήσω- εκείνων των μακρινών Χριστουγέννων…

christoygenna-ti-moy-thymizoyn-ti-moy-thymizoyn16

Καρτ ποστάλ Χριστουγέννων από την Κωνσταντινούπολη
Του ΝΙΚΟΥ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ

Ήταν κάπως λυτρωτική απόφαση να περάσω τα Χριστούγεννα του 2014 μόνος, στην Κωνσταντινούπολη. Μετά από 4 χρόνια στις Η.Π.Α., όπου το Χριστουγεννιάτικο άσμα της Μαράια Κάρεϊ ξεκινούσε να αντηχεί από τα διπλανά διαμερίσματα από τις ηλιόλουστες ημέρες του Οκτώβρη, αποζητούσα μια εκδοχή των Χριστουγέννων πιο περιορισμένη και νηφάλια.

Η Κωνσταντινούπολη, ως συνήθως, δεν με απογοήτευσε: στις αρχές του Δεκέμβρη η Ιστικλάλ καλύφθηκε από μια πούδρα χιονιού και στολίστηκε με όμορφα δέντρα και φωτάκια, ενώ την εβδομάδα των Χριστουγέννων, το παραδοσιακό τραμ που την διασχίζει κουβαλούσε μια χαρούμενη μπάντα από πνευστά που έπαιζε σοφιστικέ εκδοχές εποχιακών τραγουδιών.

Την παραμονή των Χριστουγέννων, με μια παρέα φίλων, είπαμε να επισκεφτούμε την Καθολική Εκκλησία του Αγίου Αντωνίου για να απολαύσουμε ύμνους σε πέντε διαφορετικές γλώσσες. Η ατμόσφαιρα ήταν υποβλητική, οι χορωδίες υπέροχες η πολυπολιτισμικότητα του πλήθους ιδιαίτερη – επικράτησε, όμως, τελικά η αγοραφοβία μας. “Δεν πάμε στο διαμέρισμά σου να γιορτάσουμε λίγο πιο άνετα;” πρότεινε η Ιλάιντα, ενώ την ποδοπατούσε μια οικογένεια ενθουσιασμένων Πολωνών. Η συνέχεια της βραδιάς ήταν κάπως υποτονική: μετά από ένα medley χριστουγεννιάτικων τραγουδιών και λίγο χορό, αποφασίσαμε να βάλουμε πιτζάμες και να δούμε για μια ακόμη φορά το αξιαγάπητο κινηματογραφικό κλισέ του Love Actually. Μας πήρε όλους ο ύπνος στους καναπέδες, πριν το φινάλε.

Το πρωινό των Χριστουγέννων, ξυπνήσαμε όλοι από το αναπάντεχο πάντρεμα του ήχου του εζάν με τις καμπάνες των εκκλησιών της γειτονιάς του Τοπχανέ. Ένας μαγευτικός πορτοκαλί ήλιος είχε μόλις αναδυθεί μέσα από τα ήρεμα νερά του Βοσπόρου, ενώ σμήνη από γλάρους πετούσαν στον ορίζοντα, παρασύροντας την παρέα σε μια παρατεταμένη σιωπή γαλήνης.

christoygenna-ti-moy-thymizoyn-ti-moy-thymizoyn18

Η μυστικιστική αυτή ανατολή παραμένει για μένα η πιο αντιπροσωπευτική καρτ ποστάλ των Χριστουγέννων. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, πως στον καθορισμό της 25ης Δεκεμβρίου ως ημερομηνίας εορτασμού της Γέννησης του Ιησού από τους Ρωμαίους, συνέβαλε το γεγονός πως την ίδια ημέρα εορταζόταν το χειμερινό ηλιοστάσιο – η Dies Natalis Solis Invicti, ή αλλιώς η μεγάλη εορτή του ανίκητου Ήλιου.

christoygenna-ti-moy-thymizoyn-ti-moy-thymizoyn20

Τα δικά μας Χριστούγεννα: Χιονοπόλεμος
Του ΝΙΚΟΛΑ ΖΩΗ

Κάποιος φίλος τις προάλλες, έστειλε καταχαρούμενος στο Viber (σε μια από εκείνες τις ομαδικές συνομιλίες, που εσχάτως ακμάζουν σαν υποκατάστατα μεγάλης παρέας) ένα παλιό, μικρό φιλμάκι των αδελφών Λυμιέρ. Είχε γυριστεί το 1897 στη Λυόν και απεικόνιζε ένα υπαίθριο παιχνίδι αθώας βιαιότητας, που ευδοκιμεί, καιρού επιτρέποντος, την περίοδο των Χριστουγέννων: τον χιονοπόλεμο.

Το φιλμάκι είχε πρόσφατα επιχρωματιστεί και κυκλοφορούσε στο διαδίκτυο μαζί με προτροπές του στιλ «δείτε το για μια δόση χαράς», αλλά κάποιοι διαμαρτύρονταν για την τεχνική αποκατάστασή του, η οποία θόλωνε το παρελθόν αντί να το διαλευκάνει, προσθέτοντας πληροφορίες και νοήματα εκεί που δεν υπήρχαν.

Ποιος είχε πιάσει το νόημα; Δεν γνωρίζω. Διαπίστωσα πάντως ότι, αν και οι εμπειρίες μου στον χιονοπόλεμο ήταν λίγες, καθότι παιδί της πόλης, τις ανακάλεσα σχετικά εύκολα: βοήθησαν μερικοί άγνωστοι Γάλλοι, που τουλάχιστον έναν αιώνα πριν, σε κάποιο χιονισμένο δρόμο της Λυόν, παράτησαν τις σημαντικές ή ασήμαντες υποχρεώσεις τους και επιδόθηκαν σε μια ομοβροντία χιονιού και γέλιου. Τα γλιστρήματά τους στον πάγο, η διάθεσή τους να παρασύρουν στο παιχνίδι όποιον έκανε τον δύσκολο (ειδικά αυτόν), έμοιαζαν σαν αξίες διαχρονικές, που είχα με τα χρόνια ξεχάσει.

christoygenna-ti-moy-thymizoyn-ti-moy-thymizoyn22

Όχι ότι τα «δικά μου Χριστούγεννα» ανήκουν αποκλειστικά στην επικράτεια της παιδικής ηλικίας. Δεν λέω, ωραίες ήταν οι διακοπές, οι χιονοπόλεμοι, τα πονηρά χαμόγελα των γονιών πριν το άνοιγμα των δώρων. Πέρασαν όμως. Κι αν το παρόν φαίνεται θεοσκότεινο, κοίτα να δεις που ένα μήνυμα, μια ζεστή συνομιλία με κάποιο φίλο (έστω στο ρημάδι το Viber), μπορεί να το φωτίσει σαν μικρό λαμπιόνι. Αν παρεμπιπτόντως, αστράψει στα περασμένα κάποιο νόημα που δεν υπήρχε, ε, δεν χάθηκε ο κόσμος.

Η ψηφίδα του Τζωρτζ Μπέιλι
Της ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Δεν θα πω ψέματα. Δεν έχω δει δεκάδες φορές την ταινία του Φρανκ Κάπρα “Μια υπέροχη ζωή” (“It’s a wonderful life”, 1946), ούτε έχω αποστηθίσει τους διαλόγους της. Συνδέθηκα όμως μαζί της και απέκτησα στο χρόνο μια “οικειότητα”,  όπως συμβαίνει με τις ιστορίες που ακούμε συχνά και περιμένουμε πως και πως τη στιγμή που θα μας δοθεί η ευκαιρία να την διηγηθούμε οι ίδιοι. Μια “οικειότητα”, τρυφερή και φωτεινή, Χριστουγεννιάτικη, όχι γιατί είναι η ημέρα που συμβαίνει το θαύμα στη ζωή του Τζωρτζ Μπέιλι αλλά γιατί είναι η στιγμή του χρόνου που ο κόσμος μπορεί να μοιάζει συνεχής και αλληλένδετος· σαν πιασμένος χέρι χέρι, δέσμιος μιας δόνησης που μεταδίδεται, χωρίς να το γνωρίζει και χωρίς να το μαθαίνει ποτέ. Εκτός αν κάποιο βράδυ που είναι τόσο απογοητευμένος, “χρεοκοπημένος”, και έτοιμος να πέσει στο ποτάμι από τη γέφυρα, εμφανιστεί ένας φύλακας άγγελος με την μορφή καλοκάγαθου μεσήλικα και του προτείνει να τον ξεναγήσει σε μια άλλη διάσταση του χρόνου. Πώς θα ήταν η μικρή πόλη του, οι γύρω του, η υπέροχη οικογένειά του, οι φίλοι του, αν ο ίδιος δεν είχε γεννηθεί, δεν είχε υπάρξει;

christoygenna-ti-moy-thymizoyn-ti-moy-thymizoyn24

Μπορεί ο Τζώρτζ Μπέιλι να μην κατάφερε να εκπληρώσει τα όνειρά του “να κατακτήσει τον κόσμο”, να έμεινε παγιδευμένος μέσα στις υποχρεώσεις, σε μια δουλειά που δεν επιθυμούσε, σε μια πόλη ανύπαρκτη στο χάρτη· αλλά εκείνη τη βραδιά, ο φύλακας άγγελος, του έδειξε πως θα ήταν ο κόσμος αν έλειπε η δική του ψηφίδα. Το μέγεθος ελάχιστο. Το παζλ, όμως, παραμορφωμένο.

Εκείνα τα Χριστούγεννα φώτισαν στον Τζωρτζ Μπέιλι το μεγάλο πλούτο που είχε και δεν έβλεπε.

Σίσι στη γερμανική τηλεόραση: κανονικότητα
Της ΞΕΝΙΑΣ ΚΟΥΝΑΛΑΚΗ

Χριστούγεννα χωρίς Σίσι γίνεται; Αυτό θα μπορούσε να είναι ένα γερμανικό ρητό, γιατί σε κάθε εορταστική περίοδο η κρατική τηλεόραση στη Γερμανία προβάλει την ομώνυμη τριλογία με τη Ρόμι Σνάιντερ. Η χαρακτηριστική μουσική των τίτλων με έβρισκε πιτσιρίκα στον τελευταίο όροφο πολυκατοικίας στη συνοικία Sternschanze του Αμβούργου, με στιβαγμένα δώρα γύρω μου, κάτω από ένα τεράστιο πουπουλένιο πάπλωμα, να τρώω τηγανίτες με κανέλα και ζάχαρη και να διαβάζω αργά και λανθασμένα αντί για «Sissi die junge Kaiserin», «Sissi die junge Kaeserin» («Σίσι η νεαρή τυρού» αντί για «νεαρή αυτοκράτειρα»).

christoygenna-ti-moy-thymizoyn-ti-moy-thymizoyn26

Μου πήρε αρκετά χρόνια και μια βίαιη ενηλικίωση για να συνειδητοποιήσω ότι το παραμύθι ήταν κάπως πιο άγριο από ό,τι το είχα φανταστεί. Διάβασα το «Εμβατήριο Ραντέτσκι» του Γιόζεφ Ρότ, ίσως την πιο εύστοχη, κωμικοτραγική περιγραφή παρακμής της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας. Πήγα στη Βιέννη και λίγωσα από το συσσωρευμένο κιτς και την εκμετάλλευση του μύθου της Σίσι: τα βαλς του Στράους, τα αχανή παλάτια, τα χρωματιστά σοκολατάκια, τα άλογα Λιπιτσάνερ. Κι έκλαψα όταν πέθανε η Ρόμι Σνάιντερ, μια πιο παγωμένη αλλά εξίσου καταραμένη εκδοχή της Μέριλιν.

Γκούγκλαρα διερευνητικά για να δω αν κάτι άλλαξε. Οχι, ειδικά φέτος η ανάγκη για κανονικότητα επέβαλε στο πρώτο κανάλι ARD να δείξει τον αυτοκρατορικό βίο της Σίσι στις 25 και 26 Δεκεμβρίου τις τρεις συνέχειες. Χριστούγεννα χωρίς Σίσι (στη Γερμανία) δεν γίνεται.

christoygenna-ti-moy-thymizoyn-ti-moy-thymizoyn28

Στη μαγεία του Χάρι Πότερ
Του ΑΙΜΙΛΙΟΥ ΧΑΡΜΠΗ

Δίχως φόβο και πάθος: κάθε χρόνο την περίοδο των Χριστουγέννων διαβάζω όλα τα βιβλία του «Χάρι Πότερ». Κοντεύει μια εικοσαετία τώρα αυτή η συνήθεια· καθ’ υπερβολήν, μιας και το 2001 που μου χάρισαν στα γενέθλιά μου τον πρώτο τόμο, δεν είχε κυκλοφορήσει ολόκληρη η σειρά. Εγώ όμως ήμουν 12, σαν τον Χάρι δηλαδή όταν πρωτοπήγε το Χόγκουαρτς. Πάνω που βγήκε το τελευταίο βιβλίο την άνοιξη του 2007, ετοιμαζόμουν για τις Πανελλήνιες. Είμαστε λοιπόν συνομήλικοι με τον μικρό μάγο, εκείνος βέβαια παραμένει για πάντα έφηβος, εγκλωβισμένος μέσα στις σελίδες της Τζ. Κ. Ρόουλινγκ. Η Αγγλίδα συγγραφέας μάλλον αγαπάει πολύ τα Χριστούγεννα, όπως το φανερώνουν και οι περιγραφές της στα σχετικά εδάφια: πανοπλίες που τραγουδούν τα κάλαντα, ζεστή βουτυρομπίρα, βουνά από φαγητά και γλυκά, βράδια δίπλα στο τζάκι, μέσα από το οποίο εμφανίζεται που και που και κανένας μαγικός ταξιδιώτης. Ολα αυτά είναι και από τα λίγα που παρουσιάζονται με ωραίο τρόπο και στις σχετικές ταινίες, οι οποίες άλλωστε μας επισκέπτονταν συνήθως κάθε Χριστούγεννα για να βγουν και στον αφρό του box-office. Ειδικά εκείνο το τρέιλερ ντυμένο με την ορχηστρική εκδοχή του «Carol of the Bells» πρέπει να το είχα δει εκατό φορές. Οικογενειακώς ποτέ δεν είμασταν πολύ ενθουσιώδεις με τις γιορτές. Ισως γι’ αυτό η περίφημη «μαγεία» ερχόταν για εμένα μέσα από την επαναλαμβανόμενη τελετουργία της ανάγνωσης, λίγο και σαν δίχτυ ασφαλείας: όσα χρόνια κι αν περάσουν, με πανδημία ή χωρίς, τα πολύχρωμα εξώφυλλα, αρκετά στραπατσαρισμένα πια, με περιμένουν παραταγμένα στο ράφι της βιβλιοθήκης.

christoygenna-ti-moy-thymizoyn-ti-moy-thymizoyn30

«Keep the change, you filthy animal»
Του ΣΑΚΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Θα ήταν ποτέ δυνατόν η ελληνίδα μάνα να ξεχνούσε το παιδί της στο σπίτι; Πόσοι δεν το φανταστήκαμε αυτό (ή και το ευχηθήκαμε για λίγο) τα Χριστούγεννα του ’90 όταν είδαμε στην τηλεόραση το «Μόνος στο Σπίτι» του Κρις Κολόμπους, με τον Μακόλει Κάλκιν να μπαίνει σαν σίφουνας στις ζωές μας;

Μαζί με τον Κάλκιν νιώθαμε και εμείς ανίκητοι που βλέπαμε τον ξανθό πιτσιρικά να τρώει παγωτά, ζαχαρωτά και πίτσες όλη μέρα και να διασκεδάζει με την ψυχή του, όταν οι γονείς του τον ξέχασαν στο κλασικό αμερικάνικο σπίτι τους με τη σοφίτα, τα πολύχρωμα στολίδα και τον white picket fence. Και όταν έπεφτε η νύχτα και ο Τζο Πέσι με τον Ντάνιελ Στερν προσπαθούσαν να διαρρήξουν το σπίτι, ο Κέβιν τους ετοίμαζε παγίδες με πόμολα που καίνε, παγωμένες σκάλες που γλιστρούν, καρφιά στο πάτωμα και ατμοσίδερα να προσγειώνονται στο κεφάλι τους.

Keep the change, you filthy animal», λέει η πιο γνωστή ατάκα της ταινίας που προέρχεται ένα γκανγκστερικό φιλμ που χρησιμοποιεί ο Κέβιν για να τρομάξει τους ληστές. Στο τέλος κερδίζει το σπίτι και την αγάπη των γονιών του.

christoygenna-ti-moy-thymizoyn-ti-moy-thymizoyn32

Μεγαλώνοντας, προσπαθούσα να μαθαίνω τα νέα του Κάλκιν, τα οποία δεν ήταν και τόσο ευχάριστα. Το παιδί θαύμα είχε αποκτήσει τις γνωστές αδυναμίες και εθισμούς ενός ενήλικα σταρ. Ο πατέρας του ήταν ένας σκληρός μάνατζερ που τον έβλεπε σαν μηχανή παραγωγής χρημάτων. Δεν κατάφερε να τελειώσει ούτε μια τάξη του σχολείου κανονικά γιατί έπρεπε να κάνει συνεχώς ταινίες. Κάποτε απλώς εξαφανίστηκε.

Ο Κάλκιν είναι τρία χρόνια μεγαλύτερος μου και για πολλά χρόνια σκεφτόμουν ότι μετά από εκείνη την ταινία θα έζησε πολύ πιο μόνος στο μεγάλο του σπίτι απ’ ότι τελικά νόμιζα εγώ. Φέτος διάβασα μια συνέντευξη του που μιλάει για το πώς προσπαθεί τώρα, στα 40 του, να ζήσει μια κανονική ζωή και ότι όλα αυτά, η φήμη, τα λεφτά, οι ταινίες του στέρησαν την παιδική του ηλικία. Ήθελα να ξέρει ότι έκανε λίγο πιο χαρούμενη τη δική μου.