ΒΙΒΛΙΟ

Η ουτοπία της ανθρώπινης πορείας στον χρόνο

Ενα μυθιστόρημα που ξετυλίγεται σε δύο εποχές, οι οποίες συγκλίνουν, με απόσταση τριών αιώνων, στον ίδιο τόπο

Η ουτοπία της ανθρώπινης πορείας στον χρόνο

ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΟΔΙΝΟΣ
Παραγουάη
εκδ. Καστανιώτης, 2020 σελ. 384
 
Στα Γκουαρανί, γλώσσα των αυτοχθόνων της Παραγουάης, «αράντου» σημαίνει αίσθηση ή συνειδητοποίηση του χρόνου. Αποτυπώνεται στις αλλαγές των εποχών, στις διαφοροποιήσεις της στάθμης του ποταμού, στη φθορά του δέρματος. Δηλώνει λογική, σοφία, φρόνηση. Από τον χρόνο εξαρτώνται όλα, δεν είμαστε τίποτα χωρίς αυτόν.

«Τον χρόνο πρέπει να τον σέβεσαι γιατί δεν μπορείς να τον νικήσεις», λένε οι Γκουαρανί. Αλλά μπορείς να τον αφηγηθείς…

Κάπως έτσι μας εισάγει στην «Παραγουάη» –το τελευταίο του βιβλίο– ο Μιχάλης Μοδινός, ένα μυθιστόρημα που ξετυλίγεται σε διαφορετικούς τόπους, σε τρεις χρόνους, στο μακρινό παρελθόν (18ος αιώνας), το κοντινό παρελθόν (1987-2014) και το εγγύς μέλλον (2024) βιωμένο ως παρόν. Ενα παιχνίδι διαρκούς αναίρεσης της χρονικής ακολουθίας, έντεχνων αναδιπλώσεων του χωροχρόνου, μια αλληλουχία αλμάτων μεταξύ δύο εποχών, δύο ζωών, δύο αποδράσεων, δύο ουτοπιών, που συγκλίνουν με απόσταση τριών αιώνων στον ίδιο τόπο, την Παραγουάη. Το παζλ του δίδυμου ειρμού κάποτε συμπληρώνεται, ο εσωτερικός κόσμος του αφηγητή αποκαθίσταται, ο χρόνος, ο γραμμικός χρόνος της ανθρώπινης ζωής, ο εναλλασσόμενος χρόνος της μνήμης, ο κατακερματισμένος χρόνος της κρίσης, ο κυκλικός χρόνος της φύσης, ο νοηματοδότης χρόνος εξακολουθεί να ρέει.

Ο Γαβριήλ, ένας γεωπόνος από την Καρδίτσα, μετά τη χρεοκοπία της επιχείρησής του, τη διάλυση του γάμου του, την έλευση της κρίσης, των τοξικών πολιτικών παθών και της οικονομικο-κοινωνικής δίνης, επιχειρεί μια καινούργια αρχή στην εξωτική Παραγουάη, μέσω ενός ιδεατού έρωτα και της απόκτησης μιας φάρμας εκεί. Είναι ένα όνειρο φυγής, σε έναν τόπο –ιχνογραφείται με λεπτομερέστατες τεκμηριωμένες περιγραφές– που «δεν είναι ένας τουριστικός προορισμός, είναι ένας ιστορικός αναχρονισμός, επιβιώνουν αρχέτυπα άλλων εποχών», όπως λέει ο συγγραφέας. Κρίσιμη στην επιλογή της νέας πατρίδας του κεντρικού ήρωα, η ιστορία ενός μακρινού προγόνου του από την Πίνδο, που καταφεύγει το 1735 στην ίδια μακρινή χώρα «για την περιπέτεια, το άγνωστο, τους διαρκώς μετατοπιζόμενους ορίζοντες, αλλά και τον πλούτο, τη δόξα, την ηδονή», σε ημέρες που το όραμα του Νέου Κόσμου ήταν ακόμη ζωντανό και κοσμογονικές οι πολιτισμικές ανακατατάξεις στη Λατινική Αμερική. 

Αμφότεροι κυνηγούν μια ουτοπία. Στην περίπτωση του προγόνου, η υποκειμενική ουτοπία, που καταρρέει όπως όλες οι ουτοπίες, τέμνεται με τη μεγάλη ουτοπία των ρεντουσιόνες, που καταστρέφονται το 1767, εν μια νυκτί, από το πορτογαλικό και ισπανικό Στέμμα και την Εκκλησία. Οι ρεντουσιόνες ήταν πρότυπες οικιστικές μονάδες που είχαν συγκροτήσει οι (πανεπιστήμονες) Ιησουίτες ιεραπόστολοι στην Παραγουάη, προκειμένου να σώσουν τους Ινδιάνους από τους ένοπλους δουλεμπόρους της γειτονικής Βραζιλίας, οι οποίοι έψαχναν εργατικά χέρια, δούλους, για τις φάρμες των λευκών εποίκων. 

i-oytopia-tis-anthropinis-poreias-ston-chrono0
Ο Μοδινός γεφυρώνει διαρκώς το δοκίμιο με τη μυθοπλασία.

Στις περίπου 50 ρεντουσιόνες των 3.000 έως 5.000 κατοίκων, οι Ινδιάνοι είχαν βρει για 150 χρόνια ασφάλεια, απασχόληση, εκπαίδευση, πολιτισμό (ανέβαζαν Μολιέρο και Θερβάντες, κατασκεύαζαν και έπαιζαν μουσικά όργανα, είχαν ορχήστρες και χορωδίες). Ηταν οργανωμένες, παραγωγικές και εξαγωγικές κοινωνίες, προστατευμένες από τον δικό τους στρατό. Η δυσαρέσκεια της Ρώμης, ο φθόνος και ο ανταγωνισμός των δύο αυτοκρατοριών έδωσαν τέλος στο πείραμα των Ιησουιτών. Ομως, «η σύμπλευση Γκουαρανί και Ιησουιτών έδωσε ένα επιτυχημένο υβρίδιο και σταδιακά μια νέα φυλή που γεννιόταν από μεικτούς γάμους, ένα νέο έθνος». 

Στην περίπτωση του σύγχρονου αφηγητή, η προσωπική ουτοπία αγγίζει την ουτοπία των Μενονιτών, παρακλάδι της ολλανδικής αίρεσης των Αναβαπτιστών, που έφθασαν τη δεκαετία του ’30 στη μακρινή γη και την καλλιέργησαν με όραμα την αυτάρκεια, τη λιτότητα, την κοινοκτημοσύνη, την ειρήνη.  

Ο Μοδινός, περιβαλλοντολόγος, μηχανικός σε χώρες του Τρίτου Κόσμου, γεωγράφος, δοκιμιογράφος, μυθιστοριογράφος, κριτικός λογοτεχνίας, με γονίδια ποτισμένα από τις μυρωδιές και τους ρυθμούς των Τροπικών και του Αμερικανικού Νότου, στην «Παραγουάη», το τέταρτο μυθιστόρημά του –μετά τη «Χρυσή ακτή», τον «Μεγάλο Αμπάι» και την «Εκουατόρια»– που διαδραματίζεται σε εξωτικούς τόπους σε παρελθόντες χρόνους, γεφυρώνει διαρκώς το χθες με το σήμερα, το δοκίμιο με τη μυθοπλασία. Εξαιρετικά ικανός στον χειρισμό του δοκιμιακού λόγου, στην ανασύσταση εθνολογικών πεδίων, στη γεωγραφική αναδίφηση, στην ιστορική ανάλυση των κοινωνιών, στον «διάλογο» των πολιτισμών, και ταυτόχρονα άμεσος, χειμαρρώδης, λυρικός στις περιγραφές του, προφέρει ταυτόχρονα γνώσεις και απόλαυση του κειμένου. 

Η «Παραγουάη» είναι ένα οικουμενικό οικο-γεωγραφικό μυθιστόρημα, μια μελέτη της υπαρξιακής σχέσης μας με τη Φύση. Ταυτόχρονα, είναι μια πραγματεία πάνω στα αίτια και τα όρια της ανθρώπινης φυγής, στον άσβεστο πόθο για αλλαγή, αλλά και μια ανθρωπογεωγραφία του έρωτα. Ισως και πολλά ακόμη. Περιπέτεια, εξωτισμός, κοσμοπολιτισμός, ρεαλισμός, κυνισμός, χιούμορ, ερωτισμός, ουτοπία μέσα στην ουτοπία, συμπλέκονται και διαχωρίζονται σε δευτερογενείς διαδρομές, παράγοντας ποικίλους συνειρμούς γύρω από το νόημα και την ουσία της ανθρώπινης πορείας.