ΒΙΒΛΙΟ

Επιστροφή σε μια πατρίδα που παρακμάζει

Το δριμύ κατηγορώ του Λάσλο Κρασναχορκάι στην Ουγγαρία για τη δημιουργία ενός παράλογα ουτοπικού κόσμου

Επιστροφή σε μια πατρίδα που παρακμάζει

LASZLO KRASZNAHORKAI
Η επιστροφή του βαρόνου Βένκχαϊμ
μτφρ.: Μανουέλα Μπέρκι
εκδ. Πόλις, 2020, σελ. 560
 
epistrofi-se-mia-patrida-poy-parakmazei0«Ο άνθρωπος είναι ένα τέρας, […] πράγμα το οποίο και ο ίδιος γνωρίζει καλά, μάταια ψεύδεται αδίστακτα προς όλες τις κατευθύνσεις, επιπλέον ένα αληθινό τέρας που μερικές φορές έχει κακές στιγμές, όταν κατά λάθος πέφτει πάνω σε καλές προθέσεις μέσα του, αλλά ξεχνάει γρήγορα, κι αυτές γίνονται πια μόνο μια ανάμνηση, πάνω της όμως αυτός θα χτίσει, διότι είναι ένα τέρας πεπεισμένο ότι η μοίρα τον έχει κατά βάθος επιλέξει για κάτι καλό […]».

Ο βαρόνος Βένκχαϊμ επιστρέφει από το Μπουένος Aϊρες στην Ουγγαρία με σκοπό να ζήσει εκεί τα τελευταία χρόνια της ζωής του και να γλιτώσει την πληρωμή των χρεών που δημιούργησε στα καζίνο της πόλης. Η βαθύτερη επιθυμία του είναι να συναντήσει και πάλι τον εφηβικό του έρωτα. Η ίδια η πόλη περιμένει να τον υποδεχτεί με τιμές καθώς πιστεύει ότι ο βαρόνος παραμένει κάτοχος μιας καθόλου ευκαταφρόνητης περιουσίας. Η επιστροφή του βαρόνου, ωστόσο, θα σημάνει μια σειρά διαψεύσεων τόσο για τους κατοίκους της πόλης όσο και για τον ίδιο. Ο βαρόνος θα βρεθεί σε μια πατρίδα στην οποία βασιλεύουν η κομπίνα, ο παραλογισμός και η μιζέρια. 

Οι κάτοικοι, οι οποίοι έως εκείνη τη στιγμή ζουν σε πλήρη αδράνεια, περιμένουν την έλευσή του, όπως περιμένει η καβαφική πόλη τους βαρβάρους, με την ελπίδα ότι ο πλούτος του θα δώσει μια νέα ώθηση στην τύχη τους. Με μια υποτακτική διάθεση οργανώνουν τα πάντα –αδειάζουν ακόμα και το ορφανοτροφείο– για να τον φιλοξενήσουν με τις καλύτερες συνθήκες. Η παρακμή εστιάζεται στην υποταγή και στη δουλοπρέπεια των κατοίκων απέναντι σε έναν άνθρωπο αιχμάλωτο της ίδιας του της αποτυχίας, έρμαιο μιας συγκαλυμμένης εξαθλίωσης, που αναζητάει να καλύψει τις δικές του ανάγκες έως ότου η έσχατη δοκιμασία θα υποβάλει τη συντριβή όλων και θα προσδιορίσει με ακρίβεια την ήττα του ανθρώπου και την αποσάθρωση της κοινωνίας, που συντελείται όταν ο άνθρωπος απομακρυνθεί από την αισθητική, πνευματική και νοητική καλλιέργεια. Γράφει χαρακτηριστικά:

«[…] αυτή λοιπόν είναι η δουλοπρέπειά του, την οποία μπορούμε να μελετήσουμε κυρίως σε τούτη την πόλη και στα πιο πρόχειρα δυνατά παραδείγματα, διότι δεν υπάρχει μέρος σε τούτη την απέραντα απογοητευτική χώρα, που είναι η δική μας, όπου θα μπορούσαμε να κοιτάξουμε τόσο βαθιά μέσα στο άπατο βάθος τής εν λόγω ουγγρικής ψυχής, σ’ αυτό τον γκρεμό που είναι σκοτεινός και άδειος […]».

Στον αντίποδα όλων, ο καθηγητής, ένας κάτοικος της ίδιας πόλης που χαίρει της εκτίμησης όλων, καθώς είναι γνωστή η πνευματικότητά του. Η εσωτερική του φωνή θα τον οδηγήσει να εγκαταλείψει την πόλη, να αποσυρθεί σε μια απόμακρη καλύβα, για να προσδιορίσει εκ νέου τις διαστάσεις των ανθρώπινων συντεταγμένων, θέμα που θέλει να αναδείξει ο συγγραφέας σε αντιδιαστολή με το ευθύβολο, δριμύ κατηγορώ που εξαπολύει απέναντι στην Ουγγαρία και στους Ούγγρους, θέλοντας να υποδείξει τον βαθμό της κοινωνικής τους ευθύνης για τη δημιουργία ενός παράλογα ουτοπικού κόσμου.

«[…]ένα από τα βαθύτερα στοιχεία αυτής της απωθητικής ουγγρικής ψυχής είναι η δουλικότητα, οπισθοχωρεί πάντα απέναντι στην ισχύ, και δεν έχει σημασία τώρα ποια ισχύ εννοούμε, μπορεί να είναι, παραδείγματος χάριν, η μεγαλοσύνη, η μεγαλοφυΐα, ακόμα και η μεγαλοπρέπεια, γι’ αυτόν το ίδιο κάνει, χαμηλώνει το κεφάλι[…]».
Στυλίστας της γραφής, ο Κρασναχορκάι κατανέμει την ιστορία του βαρόνου σε δεκατρία μέρη και δεν φοβάται να χρησιμοποιήσει προτάσεις τεράστιας έκτασης για να επικεντρωθεί κάθε φορά σε έναν κάτοικο της πόλης. Μακροπερίοδος λόγος με προτάσεις που καταλαμβάνουν πολλές σελίδες –μια τεχνική που έχουμε δει ξανά στο έργο του αλλά και στο έργο και άλλων μεγάλων της γραφής όπως του Χαβιέρ Μαρίας ή του Ζοζέ Σαραμάγκου–, νοηματική αμφισημία, μια υποδόρια ειρωνεία, στοχαστικός λόγος και προφορικότητα, σε συνδυασμό με πολλά πρόσωπα που δορυφορικά περιστρέφονται γύρω από την κεντρική ιστορία, κι ένα τέλος αιφνιδιαστικό συνιστούν ένα χειμαρρώδες βιβλίο που απαιτεί τη μέγιστη αναγνωστική προσήλωση χωρίς να δυσκολεύεται η αναγνωστική διαδικασία.

Ειδική μνεία θα πρέπει να γίνει στη μεταφράστρια του βιβλίου στα ελληνικά, στη Μανουέλα Μπέρκι, η οποία έχει κατορθώσει να μεταφράσει με εξαιρετική δεξιοτεχνία και ιδιαίτερη γλωσσική αγωγή ένα τόσο απαιτητικό κείμενο, χαρίζοντας στην ελληνική γραμματεία ένα από τα σημαντικότερα έργα ενός μεγάλου δημιουργού.