ΒΙΒΛΙΟ

Ο Βασίλης Αλεξάκης με τις δικές του λέξεις

Ο Βασίλης Αλεξάκης με τις δικές του λέξεις

«Τα κακά μαντάτα μπορούν πλέον να σε βρουν οπουδήποτε, ενώ κάνεις ηλιοθεραπεία σε μια παραλία ή ενώ διασχίζεις την Ακαδημίας ντάλα μεσημέρι…», γράφει ο Βασίλης Αλεξάκης στο βιβλίο του «Θα σε ξεχνάω κάθε μέρα».

Στις μέρες μας, σε βρίσκουν σε μια γωνιά του καναπέ, εκεί που μετράς τις δυνάμεις σου απέναντι στην πανδημία. Σοκαρισμένη από το κακό μαντάτο του θανάτου του, κατεβάζω τα βιβλία του απ’ τη βιβλιοθήκη. Δεν μπορώ να κάνω και τίποτ’ άλλο, ήδη με κατακλύζουν οι ενοχές γιατί δεν τον συνάντησα τους τελευταίους δύο μήνες. Ανάθεμα στην καραντίνα!

Αρχίζω να ξεφυλλίζω τα βιβλία για να βρω παρηγοριά στις δικές του λέξεις. Στο «Πριν» διαβάζω: «Για μεγάλα διαστήματα δεν έβγαινα σχεδόν καθόλου απ’ το δωμάτιό μου. Αναρωτιέμαι σήμερα αν ήταν αναγκαίος αυτός ο εγκλεισμός, αν ευνοούσε πραγματικά τη δουλειά μου. Εκείνη την εποχή δεν με προβλημάτιζε καθόλου ο τρόπος που δούλευα…». 

Πλάκα μου κάνει, σκέφτομαι. Ετσι ήταν όμως ο Βασίλης, έκανε πλάκα. Τόσο στην προσωπική του ζωή όσο και στα βιβλία του. Το χιούμορ του, χωρίς όμως διάθεση παρωδίας, διέτρεχε τις αφηγήσεις του. Τον θυμάμαι τον καιρό που πάλευε το τελευταίο του βιβλίο να έρχεται και να μου λέει: «Δεν θέλω να σε σοκάρω, αλλά ο τίτλος θα είναι “Η Παναγία και ο Ταρζάν”!» 

Για να πω την αλήθεια, τα βιβλία του Βασίλη δεν ζητούσαν από μένα και ιδιαίτερη επιμέλεια. Ηξερε εκείνος να καρφώνει μια χαρά τη μια λέξη δίπλα στην άλλη. Οι συζητήσεις μας βέβαια για το βιβλίο, μακρόσυρτες και απολαυστικές.

Συνεχίζω το ξεφύλλισμα των βιβλίων του, αποδεικνύεται τελικά εξαιρετική παρηγοριά. Στη «Μητρική γλώσσα» πέφτω πάνω στην εξής παράγραφο: «Περπάτησα πολλή ώρα στο Κολωνάκι. Η μεγαλοαστική τάξη που ήταν παλιά συγκεντρωμένη σ’ αυτή τη γειτονιά έδωσε στους δρόμους της ονόματα επιπέδου. Η οδός Σόλωνος διασταυρώνεται διαδοχικά με την Ομήρου, τη Δημοκρίτου, την Πινδάρου και την Ηρακλείτου. Και μια άλλη συνοικία, το Παγκράτι, φαίνεται να έχει αδυναμία στους αρχαίους, αλλά χτίστηκε μετά το Κολωνάκι και περιορίστηκε αναγκαστικά στους λιγότερο διάσημους, τον Ελλάνικο, τον Πύρρωνα…».

Τα βιβλία του δεν είναι αμιγώς αυτοβιογραφικά, ο ίδιος μάλιστα έλεγε «η δουλειά μου είναι προϊόν φαντασίας». Και τα έμπλεκε τόσο ωραία –φαντασία κι αυτοβιογραφία, κοινωνική ματιά, αυτοσαρκασμό, χωρίς ευφυολογήματα και ναρκισσισμό– γράφοντας σχεδόν πάντα σε πρώτο πρόσωπο.  

Οι λέξεις ήταν το παν για κείνον. Με τις λέξεις έπαιζε, αναμετριόταν μαζί τους. Ακόμα και στους τίτλους των βιβλίων του, «Η τελευταία λέξη», «Ξένες λέξεις», γίνεται φανερή αυτή του η εμμονή, αυτή του η αγάπη. «Δεν πρέπει να έχει κανείς πολλές απαιτήσεις από τις λέξεις. Εγώ ήδη πολλά τους ζήτησα και πολλά χατίρια μου έκαναν. Φτάνει…» γράφει στο «Τάλγκο». Ενώ στο «Κλαρινέτο»: «Μετέφραζα λοιπόν το κείμενό μου. Οι ελληνικές λέξεις έκαναν το παρισινό τοπίο να μοιάζει πιο οικείο, έφερναν τον κήπο του Λουξεμβούργου κοντά στον Εθνικό Κήπο της Αθήνας. Αυτομεταφραζόμενος έσβηνα ένα σύνορο…».

Ο Βασίλης ζούσε ανάμεσα στο Παρίσι και στην Αθήνα, ανάμεσα στα γαλλικά και στα ελληνικά. Το αποτύπωσε άλλωστε στο ομώνυμο κατά κάποιον τρόπο βιβλίο, το «Παρίσι – Αθήνα», όπου γράφει: «Τα ελληνικά μου είχαν μαραθεί, είχαν σκουριάσει. Ηξερα τη γλώσσα κι όμως δυσκολευόμουν να τη μεταχειριστώ, ήταν σαν να έχω στη διάθεσή μου μια μηχανή χωρίς τις οδηγίες χρήσεως… Αναγκάστηκα δηλαδή, κατά κάποιον τρόπο, να ξαναμάθω τη μητρική μου γλώσσα: χρειάστηκε κόπος, χρειάστηκαν χρόνια, αλλά τελικά νομίζω ότι τα κατάφερα».

Δεν μπορώ να σκεφτώ καλύτερο αποχαιρετισμό για κείνον παρά την τελευταία φράση στο βιβλίο του «Τα κορίτσια του Σίτυ Μπουμ-Μπουμ»: «Θα ήθελα να βρίσκομαι στη γέφυρα ενός μεγάλου βαποριού, ένα όμορφο καλοκαιριάτικο πρωινό, και να παίζω πινγκ πονγκ με την κόρη του καπετάνιου».

Εκεί θα τον σκέφτομαι, χαμογελαστό…
 
* Η κ. Ελένη Μπούρα είναι υπεύθυνη της σειράς ελληνικής πεζογραφίας στις εκδόσεις Μεταίχμιο και επιμελήτρια των βιβλίων του Βασίλη Αλεξάκη στον ίδιο εκδοτικό οίκο.