ΒΙΒΛΙΟ

Η αρχαιολογία του πένθους

Η αρχαιολογία του πένθους

ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ
Ενα πιάτο λιγότερο
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 368
 
i-archaiologia-toy-penthoys0Μια επιτύμβια στήλη ανασύρεται από το χώμα και μεμιάς βυθίζει στο πένθος ένα χωριό της Σαντορίνης. Η ανασκαφή στοίχισε τη ζωή ενός εργάτη, γιου της κεντρικής ηρωίδας. Ο Σαράντης μεταμορφώθηκε πεθαίνοντας δίπλα στο επιθανάτιο μάρμαρο σε λαϊκό ήρωα, καθώς μερόνυχτα φύλαγε το σκάμμα, προστατεύοντάς το από τις βλέψεις ενός αρχαιοκαπήλου. Στην επιτύμβια στήλη εικονιζόταν ένα αγόρι, το οποίο συνόδευε στη μετοικεσία ένα άλλο αγόρι, θαμμένο και ανεύρετο. Η μητέρα του νεκρού και άλλες τρεις γυναίκες αποδύονται σε έναν μακρόσυρτο θρήνο προσδοκώντας όχι την ανάσταση, αλλά την ανάσυρση του χαμένου νεκρού αγοριού, εγχάρακτου επίσης σε αρχαίο μάρμαρο.

Η Μαριλένα Παπαϊωάννου (γεν. 1982) έχει καταθέσει πειστήρια της λογοτεχνικής δυναμικής της με τις δύο νουβέλες της «Νικήτας Δέλτα» (2013) και «Κατεβαίνει ο Καμουζάς στους φούρνους» (2016). Τώρα διακινδυνεύει τη γραφή της στην πολυσύνθετη επιφάνεια του μυθιστορήματος, σκιαγραφώντας γυναικείες φιγούρες ενός νησιωτικού μικρόκοσμου. Τον Ιούλιο του 1965 οι γυναίκες στη Σαντορίνη αγνάντευαν από παράθυρα, ακρογιάλια και γκρεμούς την απερίγραπτη θέα, χάζευαν τον ουρανό, φώλιαζαν στα μαντίλια τους κρυφούς καημούς, μοίραζαν τον χρόνο τους ανάμεσα σε κηπουρική και μαγειρική, αδημονούσαν για τον τρύγο, αναστατώνονταν από τις ειδήσεις στο ραδιόφωνο και στις εφημερίδες, ξεκοκάλιζαν το «έπος της αγάπης» και πάνω απ’ όλα συνέτρεχαν εσαεί τα προσφιλή τους αρσενικά. Ο θάνατος του Σαράντη εξορίζει ακαριαία τις τέσσερις πρωταγωνίστριες του βιβλίου από τη μέχρι τότε ζωή τους. Φορτωμένη η καθεμία τα δικά της αθέατα, ασήκωτα σακιά, νιώθει να λυγίζει από την αδόκητη απώλεια. Και τότε και οι τέσσερις σωριάζονται στο χώμα αναζητώντας ένα νεκρό μαρμάρινο αγόρι. Η όψιμη αρχαιολογική τους μέριμνα τις επιστρέφει μοιραία στο ιδιωτικό παρελθόν τους, παρασύροντάς τες σε αλγεινές εξορύξεις, σε αστόμωτους λάκκους. 

Οπως και στα προηγούμενα βιβλία της, η Παπαϊωάννου συναρμόζει τη μυθοπλασία με ένα καλά μελετημένο πραγματολογικό υλικό. Η τωρινή ιστορία της έχει διαρκείς αναφορές στις πολιτικές αναταραχές της περιόδου, αλλά η αρχική έμπνευσή της προέρχεται από την ανακάλυψη στην Περίσσα, τον Ιανουάριο του 2012, μιας ρωμαϊκής πλάκας με ανάγλυφες δύο ανδρικές μορφές. Η Παπαϊωάννου σπάει την πλάκα στα δύο, φτιάχνοντας δύο επιτύμβιες στήλες πάνω από τις οποίες οιμώζουν οι ηρωίδες.

Ωστόσο, εκείνο που παρουσιάζει ενδιαφέρον δεν είναι η τεχνική της ενσωμάτωσης των ιστορικών στοιχείων στη μυθοπλασία, αλλά ο τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας αποτυπώνει την αέναη διαπλοκή του παρελθόντος με το παρόν. Οι γυναίκες του βιβλίου παραδέρνουν ανάμεσα σε πολλαπλά ατομικά πένθη, τα οποία αναδαυλίζονται από συλλογικές συμφορές, όπως η δολοφονία του Σωτήρη Πέτρουλα τον Ιούλιο του 1965 στην Αθήνα. Αλλη μια αναθηματική πλάκα, αυτή τη φορά στη Σταδίου.

Διαβάζοντας το μυθιστόρημα της Παπαϊωάννου είχα την αίσθηση πως διαβάζω Καρυστιάνη. Η επίδρασή της είναι κάτι παραπάνω από έκτυπη. Αν μη τι άλλο, καταπιεστική. Διότι το γλωσσικό ύφος της Καρυστιάνη δεν αντιγράφεται. Και είναι ακριβώς αυτή η ιδιότυπη, μοναδική γραφή, ο τραχύς μελοδραματισμός, που κάνει τα έργα της μεγάλα.

Ετσι η Παπαϊωάννου, που δεν έχει αυτό το ιδιαίτερο ιδιόλεκτο, αλλά και δεν πρέπει να το έχει, καθώς κάθε συγγραφέας διερευνά τη δική του γλωσσική ιδιοπροσωπία, περιορίζεται στα περιφερειακά μοτίβα της πεζογραφίας της Καρυστιάνη, τις σκληροτράχηλες, αγέλαστες, αγέρωχες γυναίκες που κήδονται των αρσενικών βασάνων, την ηθογραφία της χειρωναξίας, τον κλειστό ορίζοντα, την αποστραγγισμένη από χαρά, χαροκαμένη καθημερινότητα. Η προφανής ικανότητα της Παπαϊωάννου στην αναπεπταμένη λογοτεχνική σύνθεση εγγυάται πως μπορεί να γίνει από καλή μαθήτρια μια καλή πεζογράφος.