ΒΙΒΛΙΟ

Πώς, λοιπόν, φτάσαμε εμείς στην Αμερική σε αυτό το σημείο;

Πώς, λοιπόν, φτάσαμε εμείς στην Αμερική σε αυτό το σημείο;

Δεν ήμουν εκεί. Ημουν ασφαλής στο Μέιν, όπου ζω, 800 χιλιόμετρα απόσταση μακριά, βλέποντας σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση τη χώρα μου να δέχεται επίθεση εκ των έσω. Θα μπορούσα να βρίσκομαι στη Μοντάνα ή στη Φλόριντα ή στο Ορεγκον ή στο Τέξας – μόνο για να σας δώσω μια εικόνα του χώρου: οι πολίτες εδώ ίσως να μπορούν να απολαύσουν μια θρασύτατη, ολομέτωπη επίθεση στην πρωτεύουσα του έθνους μας χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να μοιραστούν αυτή την «ομοιόμορφη εμπειρία του ότι εδώ συμβαίνει κάτι πολύ σοβαρό». Αρκετοί στις πιο απομακρυσμένες μας πολιτείες δυσκολεύονται να θεωρήσουν την Ουάσιγκτον δική τους πρωτεύουσα.

Ισως όλες οι βίαιες εξεγέρσεις –διότι αυτό υποχρεωθήκαμε να βιώσουμε αυτή την εβδομάδα– έχουν, ορισμένες στιγμές, μια καρναβαλική διάσταση· οι συμμετέχοντες (γνωστοί και ως στασιαστές), γελούν και χοροπηδούν ντυμένοι σαν κλόουν και με θεατρικό μακιγιάζ ποζάρουν για σέλφι φωτογραφίες και τραβούν βίντεο από το χάος, καθώς αυτό εκτυλίσσεται· οι θολωμένοι υποκινητές τους διαλαλούν εμπρηστικές υποσχέσεις και κατάρες χωρίς πολλή σκέψη για το τι λένε και τις πιθανές επιπτώσεις αυτών που λένε. Θυμίζει λιντσάρισμα με εισιτήριο εισόδου ή αρένα με λιοντάρια που τρώνε χριστιανούς μπροστά σε ένα έξαλλο κοινό. Μήπως απλώς αρκετοί από εμάς θεωρούν ότι οι ελευθερίες μας δεν μπορούν πραγματικά να διαχωριστούν και άρα ποιος νοιάζεται; Ή μήπως υπάρχει κάτι στη ζωή τώρα, και εδώ, που εμποδίζει πολλούς Αμερικανούς από το να πιστέψουν ότι οτιδήποτε κάνουμε μπορεί στα αλήθεια να παίζει ρόλο; Αυτό σκέφτηκα όταν είδα τον όχλο –κυρίως λευκούς άνδρες που μοιάζουν πολύ με εμένα– να προσπαθεί να εισβάλει αρκετά εύκολα μέσα στο κτίριο του Καπιτωλίου μας, να σπάει διάφορα πράγματα, να υψώνει ηλίθιες σημαίες της Συνομοσπονδίας, να κάνουν φασαρία, να ζητωκραυγάζουν και να δηλώνουν ότι «παίρνουν τον έλεγχο», την ώρα κατά την οποία πολίτες δέχονταν πυροβολισμούς, η κυβέρνηση τελούσε υπό σύγχυση και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς μειωνόταν ακόμη περισσότερο. Σκεφτόμουν: αυτοί οι άνθρωποι δεν μου φαίνονται πολύ σοβαροί. Σαν να ήταν όλα σκηνοθετημένα σε ένα μοτίβο του στυλ «ντυνόμαστε» και «παίζουμε» – αν και ήταν αληθινές οι βόμβες που είχαν τοποθετηθεί εδώ και εκεί, εκατοντάδες τρομοκρατήθηκαν και μία γυναίκα πέθανε (σ.σ. το κείμενο γράφτηκε, κατόπιν ανάθεσης από την «Κ», από τον κ. Φορντ την ίδια ημέρα όταν διαδραματίστηκαν τα γεγονότα και ακόμα δεν υπήρχε ενημέρωση ότι οι νεκροί ήταν πέντε). Τι θα έκαναν άραγε, αναρωτιέται κανείς, εάν πετύχαιναν τον σκοπό τους; (Βέβαια κανείς γνωρίζει την απάντηση σε αυτό το ερώτημα, αλλά αν τη γνωρίζαμε σίγουρα, θα ήταν μια δυσάρεστη απάντηση). Αρκετοί από εμάς είχαν δει αυτή τη μέρα να έρχεται και είχαμε γράψει για αυτό. Πώς, λοιπόν, φτάσαμε εμείς στην Αμερική σε αυτό το σημείο; Ενα ημι-πραξικόπημα σε ένα ήπιο χειμωνιάτικο απόγευμα Τετάρτης, με έναν παράφρονα πρόεδρο και τη μισή χώρα να νομίζει ότι κάποιος τρώει μικρά παιδιά σε ένα υπόγειο μιας πιτσαρίας στην Ουάσιγκτον;

Ενας αποδεκτός ορισμός του ανόητου είναι κάποιος που δεν μπορεί να ξεχωρίσει το σοβαρό από το αντίθετό του. Αν με ρωτάτε, σχεδόν οι μισοί από εμάς είμαστε σε αυτή την κατάσταση. Αυτό μπορεί να μοιάζει με αστείο σε κάποιους, αλλά ενδέχεται να γίνει στ’ αλήθεια ιδιαίτερα επικίνδυνο πολύ γρήγορα εάν ο κόσμος δεν έρθει στα λογικά του.
 
* Ο κ. Ρίτσαρντ Φορντ είναι ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή Αμερικανούς συγγραφείς. Στα ελληνικά, τα βιβλία του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη.