ΒΙΒΛΙΟ

Οι θάνατοι Καββαδία και Εμπειρίκου

Η απώλεια των δύο σημαντικών εκπροσώπων της γενιάς του ’30 σημαδεύει την εξέλιξη της ελληνικής λογοτεχνίας

Οι θάνατοι Καββαδία και Εμπειρίκου

Στο ελπιδοφόρο ξεκίνημα της Μεταπολίτευσης, η φιλολογική κοινότητα κλήθηκε να αποχαιρετίσει δύο «ιδιότροπους» εκπροσώπους της λογοτεχνικής γενιάς του 1930: τον Νίκο Καββαδία στις 10 Φεβρουαρίου του 1975 και τον Ανδρέα Εμπειρίκο στις 3 του Αυγούστου της ίδιας χρονιάς. Δύο εκπροσώπους του μείζονος ελληνισμού και ως εκ τούτου «ανθρώπους του κόσμου», δύο δημιουργούς που συνειδητοποίησαν από πολύ νωρίς και κατόρθωσαν να δείξουν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, πως είμαστε «όλοι μας ναυτικοί εκ ναυτικών και όλοι μας θαλασσινοί εξ απαλών ονύχων» (Ανδρέας Εμπειρίκος, «Οκτάνα»), ποιώντας το έργο τους «όπως εκείνοι που εμπιστεύονται περισσότερο την πορεία τους στ’ αστέρια παρά στα σύνεργα της πλοιαρχίας». Με τα λόγια του Οδυσσέα Ελύτη: «Οι αστέρες ανταποκρίνονται κατά προσέγγιση. Ο ποιητής προτιμά το καίριο. Ξέροντας πως κι αν αστοχήσει στο επί μέρους, το όλον δεν παύει να υπάρχει… Τον παρακολουθείς ν’ ανεβαίνει στο κατάστρωμα ενός πλοίου, με το ναυτικό του κασκέτο χωμένο έως τ’ αυτιά… Τα κιάλια που ίσα-ίσα χρησιμοποιεί αυτή τη στιγμή ανεβασμένος στην επάνω γέφυρα, παρακολουθούν σε μεγέθυνση 7×10 τα πουλιά που ξέφυγαν από τα ποιήματά του. Για την ακρίβεια δεν είναι πουλιά. Είναι σήματα… Είναι Παρασκευή βράδυ απόψε αγαπημένε μου Ανδρέα και όμως δεν πρόκειται, όπως συνήθως, να συναντηθούμε. Το λέω λιγότερο με λύπη και περισσότερο με αμηχανία, πίστεψέ με» (Οδυσσέας Ελύτης, «Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο», 1979).

Λίγο νωρίτερα (Μάιος 1975), η ποιήτρια Δήμητρα Χριστοδούλου είχε «αναφερθεί» στον Νίκο Καββαδία αποχαιρετίζοντάς τον όχι ως φίλη, αλλά ως μια νέα ομότεχνη που είχε τη δυνατότητα να διακρίνει βιώσιμα στοιχεία στην ποίησή του: «“Ιδεν άστεα και νόον έγνω”, πραγμάτωσε και καρπώθηκε την ουσιαστική αποδημία ο Νίκος Καββαδίας. Αν ο ποιητής είναι πάντα ένα δίβουλο πρόσωπο, άτεγκτα προορισμένο να θρυμματιστεί από το χρόνο, ίσως είναι κλήρος λυτρωτικός ο κλήρος της πραγματοποιημένης αναχώρησης και ποθεινό πρόσχημα βίου το πρόσχημα της συνεχούς φυγής, που αξιώθηκε ο άνθρωπος Καββαδίας… Ο ποιητής μάς εκόμισε τη μοναδική, ίσως, λυρική έκφραση της ναυτικής μας παράδοσης ή, τουλάχιστον, της ψυχογραφίας του ναυτικού “από τα μέσα”, με βεβαιωμένη αυθεντικότητα και ειλικρίνεια. Και για όσους θα φοβούνταν ότι η ψυχογραφία αυτή κινδυνεύει εδώ κι εκεί να είναι περισσότερο χρώμα παρά αίμα, το “πούσι” προλαβαίνει να υποβάλει τόνους βαθιά βιωμένης πικρίας και ένα, φορές, τραγικό ανατρίχιασμα φθοράς και θανάτου. Ο Καββαδίας αγαπήθηκε. Και θα αγαπιέται για πολύ ακόμη, ίσως, όσο, μέσα στα μίζερα χρόνια μας, θα επιζεί αυτό που μάθαμε να λέμε “φιλοπερίεργον του έλληνος”, ο προαιώνιος πόθος για τους πλόες, ο μέσα μας ταλαίπωρος Οδυσσέας» (Δήμητρα Χριστοδούλου, περιοδικό «Αντί», τεύχος 18, 1975). Ενας εσώτερος Οδυσσέας που επιμένει ακόμη (το 2020) να συνομιλεί τόσο με τον Καββαδία: «Μια βάρκα θέλω, ποταμέ, να ρίξω από χαρτόνι,/ όπως αυτές που παίζουνε στις όχθες μαθητές./ Σκοτώνει, πες μου, ο χωρισμός; – Ματώνει, δε σκοτώνει./ Ποιος είπε φούντο; Ψέματα. Δε φτάσαμε ποτές» («Τραβέρσο»), όσο και με τον Εμπειρίκο: «Η θάλασσα κρυφομιλά και πλέχει/ Καμιά φορά σηκώνεται κι ουρλιάζει/ Μα πάντοτε τα ύδατά της παραμένουν/ Θάλασσα της θαλάσσης» («Ενδοχώρα»).

Εργα της θάλασσας και της αγάπης

oi-thanatoi-kavvadia-kai-empeirikoy0
Από αριστερά: Ο Γιώργος Σεφέρης, ο Ανδρέας Εμπειρίκος και ο Οδυσσέας Ελύτης στο σπίτι του Γιώργου Θεοτοκά το 1963. (Φωτ. ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΧΑΡΤΗΣ», ΤΕΥΧΟΣ 17-18)

Και ο Καββαδίας και ο Εμπειρίκος έγραψαν έργα της θάλασσας: «Με το καράβι του Θησέα σ’ αφήσαμε στη Νάξο./ Γυμνή, μ’ ένα στα πόδια σου θαλασσινό σκουτί. /Σε ποιες σπηλιές εκρύφτηκες και πώς να σε φωνάξω;/ Κοστάρω κι όλο με τραβάει μακριά το καραντί» (Νίκος Καββαδίας, «Τραβέρσο»). Οπως και έργα της αγάπης: «Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια… Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη… Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω, εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων» (Ανδρέας Εμπειρίκος, «Υψικάμινος»). Και οι δυο τους υπήρξαν ακρίτες, με την ιδιαίτερη εκείνη ταυτότητα που έχει προσδιορίσει ο Κ. Θ. Δημαράς: «Τα πιο σπουδαία προϊόντα της λογοτεχνίας μας γεννιούνται κοντά στα ιδεατά ή πραγματικά σύνορα του ελληνισμού, εκεί δηλαδή όπου οι ανταλλαγές είναι πιο πυκνές. Ακριτική κατεξοχήν φαίνεται η λογοτεχνία μας: η τριβή με τον ξένο αναπτύσσει την ηθική συνείδηση, ενώ ταυτόχρονα διευκολύνει τις ξένες επιδράσεις» («Το Βήμα», 28.5.1948).

Ο Νίκος Καββαδίας, με ρίζες κεφαλονίτικες από μάνα και πατέρα, είχε γεννηθεί το 1910 στο Νικόλσκι-Ουσουρίσκι, μια μικρή κινεζική πόλη κοντά στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας, όπου ο πατέρας του διατηρούσε γραφείο γενικού εμπορίου (εισαγωγές-εξαγωγές-μεταφορές). Ο Ανδρέας Εμπειρίκος, γεννημένος στη Βραΐλα το 1901, είχε ρίζες και καταβολές στην Ανδρο από τη μεριά του διαπρεπούς στον ναυτιλιακό και εμπορικό κόσμο πατέρα του και στη Ρωσία από τη μεριά της μητέρας του. Ενα χρόνο μετά η οικογένειά του εγκαθίσταται στην Ελλάδα (στη Σύρο το 1902 και από το 1908 στην Αθήνα). Με την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου έρχεται και ο Νίκος Καββαδίας στην Ελλάδα, πρώτα στο Αργοστόλι και μετά (1921) στον Πειραιά. «Στο σημείο αυτό χρειάζεται να επιμείνει κανείς κάπως περισσότερο», γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης («Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο»): «Η συρρίκνωση του Ελληνισμού μετά την επικράτηση των εθνικισμών –δεν το συνειδητοποιήσαμε ποτέ όσο έπρεπε– μας αποστέρησε από τον τρόπο να βλέπουμε τα πράγματα με την ανοιχτοσύνη εκείνη και την ισχύ που διέθετε το ίδιο μας το γλωσσικό όργανο σε μια μεγάλη έκταση του πολιτισμένου τότε κόσμου». Στην «ανοιχτοσύνη» αυτή έχει αναφερθεί και ο Γιώργος Σεφέρης: «Συλλογίζομαι ξανά πως στον καιρό μου οι περισσότεροι άνθρωποι των γραμμάτων είχανε βγει από την περιφέρεια του Εθνους. Είχανε γεννηθεί στα χρόνια που υπήρχε μεγαλύτερη ευρυχωρία στην Ελλάδα, πριν αρχίσει αυτή η πόλωση των ελληνικών πληθυσμών μέσα στα σύνορα του ελλαδικού κράτους… είχανε γεννηθεί σε χρόνια που άκμαζαν πολυάνθρωπες κοσμοπολιτικές πολιτείες» (Γιώργος Σεφέρης, Πρόλογος στο βιβλίο του Ι. Α. Σαρεγιάννη «Σχόλια στον Καβάφη», 1964). Παιδιά της Ελλάδας και υιοθετημένα παιδιά όλων των πολιτισμών.

Δύο σκανδαλωδώς επίμονοι δημιουργοί

oi-thanatoi-kavvadia-kai-empeirikoy1
Ο Νίκος Καββαδίας εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το 1933 με το «Μαραμπού». Δίπλα στο εξώφυλλο, χειρόγραφο του δημιουργού. (Φωτ. ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΠΑΝΣΠΟΥΔΑΣΤΙΚΗ», αρ.53) 

Και οι δύο υπήρξαν δημιουργοί σκανδαλωδώς επίμονοι στης τέχνης τους την περιοχή, παρά το τίμημα των επιλογών τους. Ο Εμπειρίκος δεν επικρίθηκε απλώς από την κριτική, χλευάστηκε κατ’ εξακολούθηση επειδή ήταν «ακατανόητος» ερωτογράφος υπερρεαλιστής κι επειδή αξιοποιούσε στο έργο του μια γλώσσα ολωσδιόλου διάφορη από την παγιωμένη πλέον στον καιρό του νεοδημοτική των αστικών κέντρων: «Εν τη λιτότητι των μύθων – των σημερινών και των προκατακλυσμιαίων – ως σάλπισμα πνευστών, ή ως ήχος παλμικός, κρουστός, τυμπάνων, υψώνονται πίδακες στιλπνοί, ωρισμέναι λέξεις, λέξεις – χρησμοί, λέξεις ενώσεως αψιδωτής και κορυφαίας, λέξεις με σημασίαν απροσμέτρητον διά το παρόν και διά το μέλλον, αι λέξεις “Ελελεύ”, “Σε αγαπώ”, και “Δόξα εν υψίστοις”» («Οκτάνα»). Εντάχθηκε, ωστόσο, στον κανόνα των πρωτοπόρων ποιητών του 1930, από τον οποίο αποκλείστηκε ο Νίκος Καββαδίας κυρίως λόγω της επιμονής του στη χρήση της παραδοσιακής στιχουργίας, λόγω της παλαιομοδίτικης «καταφυγής» του σε «Σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά» («Πούσι»). Κι επίσης, λόγω της δημοφιλίας του, της εμπορικής επιτυχίας των έργων του που αντιμετωπιζόταν επί πολλά χρόνια ως «αμαρτωλή»: «Είναι γνωστόν ότι η δημοφιλία υπήρξε πάντοτε η Κίρκη των ποιητών. Και την λεπτήν ηδονή αυτής της δημοτικότητος αφήνω στους μίμους, τους πολιτικούς και τους δημοσιογράφους», έγραφε το 1940 ο Καίσαρ Εμμανουήλ («Η δυναστεία των χιμαιρών»), ο ποιητής που προλόγισε την πρώτη έκδοση του «Μαραμπού» το 1933, για να διακόψει έκτοτε κάθε σύνδεσμό του με τον δημοφιλή Νίκο Καββαδία.

oi-thanatoi-kavvadia-kai-empeirikoy2
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το 1935 με την «Υψικάμινο». Δίπλα στο εξώφυλλο, χειρόγραφο του δημιουργού. (Φωτ. ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΧΑΡΤΗΣ», ΤΕΥΧΟΣ 17-18)

Να είναι άραγε χωρίς σημασία ότι ο μεσοπολεμικός αυτός ποιητής επιβιώνει σήμερα κυρίως μέσα από το πολύ γνωστό «Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ», το ότι ανακαλείται ως ένα από τα ποιητικά πρόσωπα στην ποίηση του Καββαδία; «Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει./ Κάτι που πάντα βρίσκεται σ’ αιώνια εναλλαγή,/ κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,/ και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατελείωτη γη./… Μακριά, πολύ μακριά να ταξιδεύουμε,/ κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει./ εσείς τσιγάρα “Κάμελ” να καπνίζετε,/ κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω ουίσκυ» («Μαραμπού»). Σύμφωνα με τον Αντρέα Καραντώνη, ο Καββαδίας «είναι ποιητής που πλάτυνε το εγώ του και χώρεσε μέσα το διπλανό του» (περιοδικό «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση», τεύχος 8, 1947). Ποιητής που ένωσε το χέρι του με άλλα χέρια ανθρώπων μοναχικών, με τον καθένα που «προχωρεί με τον τρόπο του, άλλοι με τα δύο, πολλοί με τα τέσσερα, λιγότεροι με φτερά» (Ανδρέας Μοθωνιός, «Ο ποιητής Νίκος Καββαδίας», 1978). Ο Ανδρέας Εμπειρίκος στην «Ενδοχώρα» μας έχει χαρίσει έναν μοναδικό ορισμό της ποίησης: «Η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου. Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευκοί. Τ’ άνθη μιλούν. Από τα πέταλά τους αναδύονται συχνά μικρούτσικες παιδίσκες. Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος». Μας έχει κληροδοτήσει και το ανεπανάληπτο: «Πάρε τη λέξι μου. Δώσε μου το χέρι σου».

oi-thanatoi-kavvadia-kai-empeirikoy3
«Δεν θα ξαναταξιδέψη πια ο τρυφερός κι’ ανθρώπινος “Μαραμπού”» γράφει η «Κ» στις 12.2.1975.

* Η κ. Μαρία Ρώτα είναι επ. καθηγήτρια στο Τμήμα Φιλολογίας του ΕΚΠΑ.