ΒΙΒΛΙΟ

Ο ποιητής του ανείπωτου και της απροσδιοριστίας

Ο ποιητής του ανείπωτου και της απροσδιοριστίας

ΣAMIOYEΛ ΜΠΕΚΕΤ 
Αυτοί που έχουν χαθεί
μτφρ.: Θωμάς Συμεωνίδης
εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας
 
Ο Σάμιουελ Μπέκετ (1906, Φόξροκ Ιρλανδίας – 1989, Παρίσι), ο βραβευμένος με το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1969, παρέδωσε τα πιο ποιητικά κείμενα, ακόμα και όταν αυτά είναι πεζά ή θεατρικά, στα οποία καταγράφεται η ανθρώπινη κατάσταση ιδωμένη κάτω από το μικροσκόπιο που εμφανίζει έναν κόσμο σε διαρκή αναζήτηση, χωρίς νόημα, και με την αρχή των ζώντων οργανισμών να είναι ταυτόσημη με τη φθορά και το τέλος. Ως εκ τούτου, ο κόσμος αυτός δεν μπορεί να είναι παρά αλλόκοτος και παράδοξος.

Τα έργα του, μινιμαλιστικά και ιδιαίτερα, μπορεί να παραπέμπουν στο «Finnegans Wake» του Τζέιμς Τζόις, προχωρούν όμως ακόμα περισσότερο και δημιουργούν ένα σύνθετο και παράλογο μυθιστορηματικό σύμπαν, όπου οι χαρακτήρες είναι χωρίς χαρακτήρα και η δράση αντικαθίσταται από την ακινησία και τη σιωπή, ή μια κίνηση που οδηγεί πάντα στο ίδιο εναρκτήριο σημείο. Οι αναζητήσεις εντός της αενάως χαοτικής πραγματικότητας μετατρέπουν τα υποκείμενα από παρατηρητές σε παρατηρούμενα και αντιστρόφως.  

Για να έχει ολοκληρωμένη ιδέα για το έργο του ο αναγνώστης που διαβάζει τα λιγότερο γνωστά κείμενά του, όπως είναι αυτό που κυκλοφόρησε πρόσφατα στη γλώσσα μας, με τον τίτλο «Αυτοί που έχουν χαθεί», πρέπει να ανατρέξει στην τριλογία Μολλόυ, «Ο Μαλόν πεθαίνει», «Ο ακατονόμαστος», καθώς και το θεατρικό του «Περιμένοντας τον Γκοντό». Σ’ αυτά, πολλά θέματα που απασχολούν τον συγγραφέα μπορεί να είναι ίδια, ωστόσο παρουσιάζονται πάντα με διαφορετικό τρόπο, με ποικίλα σύμβολα, με μινιμαλιστική αποστασιοποιημένη αφήγηση, απαλλαγμένη από συναίσθημα και χαρακτήρες, καθώς τα πρόσωπα συμβολίζουν ιδέες.

Το γαλλικό κείμενο με τον τίτλο «Le Depeupleur» ολοκληρώθηκε το 1970 και μεταφράστηκε από τον ίδιο τον συγγραφέα στα αγγλικά το 1972 με τον τίτλο «The Lost Ones», τίτλος που παραπέμπει σε στίχους του Δάντη: «Μέσα από εμένα η είσοδος στη θλιβερή πόλη/ μέσα από εμένα η είσοδος στον αιώνιο πόνο/ μέσα από εμένα θα βρεθείς ανάμεσα στους Χαμένους».

Και εδώ, όπως και σε άλλα έργα του, ο Σάμιουελ Μπέκετ, που επηρεάστηκε από το έργο του Καντ, του Σοπενάουερ, του Χάιντεγκερ και του Σαρτρ, μιλάει για το ανείπωτο, το άρρητο, αυτό που καταντάει τόσο παράδοξο όπως είναι η ίδια η ζωή και η συνεχώς μεταβαλλόμενη  πραγματικότητα. Κι όμως, σε όλα τα έργα του το θέμα, που είναι ίδιο, επανέρχεται με νύξεις και υπαινιγμούς που «σπάνε» την παραδοσιακή αφήγηση, η οποία αποκτά την απροσδιοριστία και την παραδοξότητα που έχει η ύπαρξη. 

Ο αποστασιοποιημένος αφηγητής του κειμένου, χρησιμοποιώντας υπαινικτικές λέξεις και σύμβολα, συνθέτει έναν κόσμο απρόσωπο, με άτομα τα οποία βρίσκονται εντός ενός κυλίνδρου χωρίς ανοίγματα και διεξόδους, έχοντας ως μόνη βεβαιότητα την ψευδαίσθηση. Σ’ αυτόν τον ασφυκτικό κύλινδρο, όσοι έχουν παγιδευτεί ανεβοκατεβαίνουν μια σκάλα χωρίς σκαλοπάτια, ακολουθώντας μια μάταιη πορεία με απουσίες, σιωπή και «τίποτε άλλο πιο πραγματικό από το τίποτε». Και μολονότι φαίνεται πως η αφήγηση έχει συνεκτικότητα, εντέλει διαπιστώνεται ότι, για άλλη μια φορά, ισχύει ό,τι σημείωνε ο συγγραφέας, ήδη πολύ νωρίς, στο πρώτο του μυθιστόρημα, το οποίο εξεδόθη το 1932 με τον τίτλο «Dream of Fair to Middling Women»: «Η πραγματικότητα του ατόμου είναι μια μη συνεκτική πραγματικότητα. Αυτή η πραγματικότητα πρέπει να εκφραστεί μη συνεκτικά». 

Για να μπορέσει να απολαύσει την απροσδιοριστία καθώς και την ποιητικότητα των σιωπών και των συμβόλων, αλλά και να ενστερνιστεί το πυκνογραμμένο και σκοτεινό κείμενο, ο αναγνώστης πρέπει να γνωρίζει καλά το έργο του Μπέκετ και από παρατηρητής να γίνει παρατηρούμενος, όπως συμβαίνει στο «Αυτοί που έχουν χαθεί».