ΒΙΒΛΙΟ

Η χρυσή στάχτη μιας σύντομης ζωής

Η χρυσή στάχτη μιας σύντομης ζωής

Το έγραψε ακόμα και η επίσημη στρατιωτική αμερικανική εφημερίδα: ένας βουδιστής ιερέας είχε βάλει φωτιά στον ναό Κινκάκου-τζι του Κιότο.

Το ημερολόγιο έγραφε 1 Ιουλίου 1950 και ο εικοσάχρονος Τζον –Γιάννη τον φώναζαν μονάχα οι Ελληνες γονείς του, πίσω στο Μπέντφορντ της Νέας Υόρκης, μετανάστες πρώτης γενιάς– δεν μπορούσε να το πιστέψει. Ο περίφημος «Ναός του Χρυσού Περιπτέρου» είχε γίνει στάχτη. 

Ο Τζον υπηρετούσε τη θητεία του στην Ιαπωνία και στην τελευταία του άδεια επισκέφθηκε το Κιότο. Ηξερε πως χάρη σε αυτό το αρχιτεκτονικό μνημείο του 15ου αιώνα οι συμπατριώτες του δεν βομβάρδισαν το Κιότο.  

Ηταν δεκαπέντε χρόνων όταν τέλειωσε ο πόλεμος. Τώρα, έκανε τη θητεία του στην Ιαπωνία ως ταπεινός οπλίτης πρώτου βαθμού στον αμερικανικό στρατό κατοχής. Η Ιαπωνία, παρά τις πληγές της, ακτινοβολούσε, το ίδιο και τα κορίτσια της. 

Ο Τζον είχε επισκεφθεί το Κιότο με το δικό του κορίτσι, απ’ το Κιουσού. Δεν το χωρούσε ο νους του: το σχήμα, οι γραμμές, τα χρώματα του ναού είχαν κάτι το ανυπόφορο. Η ομορφιά ήταν εξουθενωτική. Τον γέμιζε από μια πληρότητα που σχεδόν τον έπνιγε.

Δεν θα μπορούσε να ξέρει ότι ο εμπρησμός θα γινόταν μυθιστόρημα από έναν Ιάπωνα συγγραφέα, τον Γιούκιο Μίσιμα. Ο Μίσιμα θα επινοούσε τον δικό του εμπρηστή στο βιβλίο: όχι έναν αδιάφορο ιερέα, αλλά έναν δύσμορφο, στερημένο νέο που έβρισκε καταφυγή σε έναν μηδενιστικό μυστικισμό.

Ο ήρωας του Μίσιμα καίει τον ναό επειδή μια τέτοια ανυπέρβλητη ομορφιά πρέπει να πεθάνει. Ο θάνατος είχε μιαν άλλη, ανώτερη ομορφιά, την οποία το Χρυσό Περίπτερο υπονόμευε με την ύπαρξή του. 

Ο Τζον θα μπορούσε να συμφωνήσει – όχι για την υπεροχή του θανάτου, μα για την ανείπωτη ομορφιά που τον νικούσε κάθε μέρα. Θα έλεγε στον καθένα πως εκείνη τη ζεστή, υγρή ημέρα στο Κιότο ένιωσε τη ζωή του να δικαιώνεται. 

Αλλά δεν μπόρεσε να το πει ποτέ σε κανέναν. Η άδεια έληξε απότομα. Μόλις που πρόλαβε να αποχαιρετήσει το κορίτσι του με το ντροπαλό βλέμμα και τη χλωμή επιδερμίδα. 

Λίγες ημέρες μετά, στάλθηκε στη γειτονική Κορέα. Ο πόλεμος είχε ξεσπάσει εκεί πέντε μόλις ημέρες πριν από τον εμπρησμό του Χρυσού Περιπτέρου. 

Από τις ανθισμένες κερασιές της Ιαπωνίας, ο Τζον βρέθηκε σε ένα σεληνιακό τοπίο. 

Οι Ελληνες γονείς του, πίσω στο Μπέντφορντ της Νέας Υόρκης, δεν έμαθαν ποτέ ότι ο γιος τους είχε προλάβει να μαγευτεί από τον Ναό του Χρυσού Περιπτέρου. Τη μοναδική φωτογραφία από τη ζεστή εκείνη ημέρα του Ιουλίου κράτησε η Γιαπωνέζα φίλη του στο Κιουσού. Ούτε όμως κι εκείνη έμαθε ποτέ ότι η τελευταία εικόνα του Τζον, προτού τον διαπεράσει η ξιφολόγχη του άγνωστου Βορειοκορεάτη, ήταν το κορίτσι μπροστά από τον Ναό του Χρυσού Περιπτέρου. Η χρυσή στάχτη μιας ζωής αστραπιαίας.