ΒΙΒΛΙΟ

Αναζητώντας τις ρίζες της παρακμής στη σύγχρονη Αμερική

Αναζητώντας τις ρίζες της παρακμής στη σύγχρονη Αμερική

KURT ANDERSEN 
Evil Geniuses
εκδ. Ebury Press, 2020, σελ. 464
 
anazitontas-tis-rizes-tis-parakmis-sti-sygchroni-ameriki0Πώς ξεθώριασε στην Αμερική το όραμα της δικαιοσύνης και ευημερίας για όλους, που την καθοδηγούσε τις τρεις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες; Γιατί η χώρα, που κάποτε εκπροσωπούσε το νέο και την πρωτοπορία, ενέκρινε την επιστροφή στο «επίχρυσο» παρελθόν της απληστίας, αφού επέτρεψε σε μια ομάδα πλουσίων επιχειρηματιών και δεξιών ριζοσπαστών οικονομολόγων, τις λεγόμενες «ιδιοφυΐες του κακού», να ανασχεδιάσουν την οικονομία προς όφελος των ολίγων τα τελευταία 40 χρόνια; Αυτό το ερώτημα βασανίζει τον συγγραφέα Κουρτ Αντερσεν, συνιδρυτή του περιοδικού Spy, πρώην διευθυντή του Νew York και αρθρογράφου σε αμερικανικές εφημερίδες και περιοδικά.

Στην πολιτισμική και κοινωνική αναταραχή της δεκαετίας του ’60, η αντιδραστική Δεξιά απάντησε με τη δική της ιδεολογική «αντεπανάσταση» ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν με το τρίπτυχο «χαμηλότεροι φόροι, λιγότερο κράτος, περισσότερες ελευθερίες» οργανώθηκε «για να σώσει την Αμερική από την απειλή του σοσιαλισμού», με θεωρητικούς πρωτεργάτες στον χώρο της οικονομικής επιστήμης τον νομπελίστα οικονομολόγο Μίλτον Φρίντμαν και στον χώρο της νομικής επιστήμης και Δικαιοσύνης τον μεγαλοδικηγόρο και μετέπειτα ανώτατο δικαστή Λιούις Πάουελ.

Ετσι είχε προετοιμασθεί το έδαφος για την επέλαση του Ρόναλντ Ρέιγκαν στη δεκαετία του ’80, που ενέπνευσε τη νοσταλγία για την «παλιά καλή εποχή», όπου το κράτος έφταιγε για όλα τα κακά και μόνο η ελεύθερη αγορά προσέφερε τις λύσεις στα προβλήματα της οικονομίας και κοινωνίας, με χαμηλούς φόρους για τους πλουσίους και τις μεγάλες επιχειρήσεις, εκτεταμένη απορρύθμιση, αποδυναμωμένα συνδικάτα, αμφισβήτηση της επιστήμης και άρνηση της κλιματικής αλλαγής.

Από τότε, με την ανοχή «χρήσιμων ηλιθίων» στα μέσα ενημέρωσης και στο Δημοκρατικό Κόμμα, εκμεταλλευόμενοι μια πολιτισμική νωθρότητα και χρηματοδοτώντας μεθοδικά και γενναιόδωρα πανεπιστημιακά προγράμματα, δεξαμενές σκέψης και εταιρείες λόμπι, πλούσιοι ιδιώτες και μεγάλες επιχειρήσεις απέκτησαν πολιτική ισχύ και κατάφεραν να μετατρέψουν την οικονομία σε ένα μεγάλο καζίνο, όπου «ο νικητής τα παίρνει όλα».

Τότε δοξάστηκε η κουλτούρα της απληστίας και συντελέστηκε η «χρηματοπιστωτικοποίηση» της οικονομίας, με τη Γουόλ Στριτ να παίρνει τα ηνία, όταν η μεγιστοποίηση του κέρδους θεοποιήθηκε, η οικονομική συγκέντρωση αυξήθηκε και τα ολιγοπώλια μεγεθύνθηκαν, όταν από τη δεκαετία του ’80 το εισόδημα του πλουσιότερου 1% του πληθυσμού τριπλασιάστηκε και η περιουσία του διπλασιάστηκε, ενώ οι μισθοί του μέσου Αμερικανού παρέμειναν ουσιαστικά στάσιμοι.

Από τότε αρχίζει η «μεγάλη αποσύνδεση», όταν οι πολλοί αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορούν να προσδοκούν ένα δίκαιο μερίδιο από τα οφέλη της οικονομικής μεγέθυνσης, όταν η αυτοματοποίηση και η παγκοσμιοποίηση επέτειναν την ανασφάλεια και απελπισία της εργατικής τάξης. Οσο οι αλλαγές προκαλούν μεγάλες ανατροπές στη ζωή των πολιτών, τόσο περισσότερο αυτοί ενδίδουν στη συναισθηματική νοσταλγία για ένα παρελθόν που υποτίθεται ότι ήταν ασφαλέστερο, τόσο ενισχύονται η μοιρολατρία και ο φόβος για το νέο, τόσο γίνονται πιο ευάλωτοι σε κάθε είδους δημαγωγούς.

Αυτοκριτική

Ο συγγραφέας κάνει την αυτοκριτική του, γιατί οι φιλελεύθεροι, όπως ο ίδιος, δεν αντιστάθηκαν στην «πειρατεία της οικονομίας και της κοινωνίας» από τη ριζοσπαστική Δεξιά, όταν οι αυτάρεσκοι «Νέοι Δημοκράτες» από την εποχή του Μπιλ Κλίντον αποδείχθηκαν συγκρατημένοι στην οικονομική στήριξη των αδυνάμων και απερίσκεπτοι στην ενίσχυση του ολιγοπωλιακού κεφαλαίου.

Ο Αντερσεν πιστεύει ότι όπως στο ζενίθ της φιλελεύθερης κυριαρχίας, 40 χρόνια μετά το Νιου Ντιλ, αναπτύχθηκε το «αντικατεστημένο» της οικονομικής Δεξιάς, που σε μία δεκαετία κυριάρχησε ιδεολογικά, έτσι και τώρα, 40 χρόνια αργότερα, είναι εφικτή μία νέα ριζική μεταμόρφωση με στροφή προς τη σοσιαλδημοκρατία, με στόχο οι πολλοί να προστατευθούν από τη διευρυνόμενη οικονομική και πολιτική ανισότητα και να θωρακιστούν από τις τεχνολογικές αλλαγές, που διαταράσσουν τη ζωή τους. Είναι ευκαιρία να σπρώξουμε τώρα το εκκρεμές προς την άλλη πλευρά, υποστηρίζει με πάθος.

Για αυτόν η δυστοπική πραγματικότητα μπορεί να διορθωθεί, θέτοντας την τεχνολογική πρόοδο στην υπηρεσία της κοινωνικής προόδου, ώστε η ευημερία να διαχυθεί σε όλους και όχι μόνο στους ολίγους, ώστε οι εργαζόμενοι, ιδίως αυτοί που δεν διαθέτουν πανεπιστημιακό δίπλωμα, να τύχουν αξιοπρεπούς μεταχείρισης, να μη νιώθουν αβοήθητοι στο περιθώριο της νέας οικονομίας, να μη μετατραπούν σε «άχρηστη τάξη». Διακηρύσσει ότι βρισκόμαστε σε μία στρατηγική καμπή, αφού δεν αρκεί να προσφέρουμε απλώς «τις σκέψεις και τις προσευχές μας» στους χαμένους, αλλά να αποκαταστήσουμε μία δικαιότερη ισορροπία πολιτικής και οικονομικής ισχύος, με πίστη στον δημιουργικό ρόλο του κράτους, στην αναγκαιότητα ενός οικουμενικού βασικού εισοδήματος, στη μείωση των ανισοτήτων, στην υψηλότερη φορολόγηση των πλουσίων.

Για τον Αντερσεν οι κρίσεις συχνά γίνονται καταλύτες για θεμελιώδεις αλλαγές, όταν το φαινομενικά αδύνατο αποδεικνύεται πολιτικά αναπόφευκτο. Οπως η Μεγάλη Υφεση στη δεκαετία του ’30 αποκάλυψε τις αδικίες του καπιταλιστικού συστήματος και οδήγησε στην προοδευτική μεταρρύθμισή του, έτσι και η υγειονομική και οικονομική κρίση που προκαλεί η πανδημία του κορωνοϊού το 2020, προσφέρει την ευκαιρία για ένα νέο ανασχεδιασμό της πολιτικής οικονομίας με στόχο μια δικαιότερη Αμερική στην υπηρεσία όλων και όχι των ολίγων.
 
* Ο κ. Αχιλλέας Παπαρσένος υπηρέτησε ως προϊστάμενος του Γραφείου Τύπου και Επικοινωνίας στην ελληνική πρεσβεία της Ουάσιγκτον.