ΜΟΥΣΙΚΗ

Ο μουσικός «μετανάστης» Billy Pod

Ο μουσικός «μετανάστης» Billy Pod

O τίτλος του πρώτου προσωπικού του άλμπουμ, «Drums to heal society», θα μπορούσε να είναι προφητικός ή έστω ελπιδοφόρος, αν αναλογιστούμε τι ακολούθησε μέσα στον επόμενο χρόνο. Ο Billy Pod (Βασίλης Ποδαράς), πάντως, μέσα σε αυτό το διάστημα αποφάσισε να κάνει το επόμενο βήμα. Μετακόμισε στο Λονδίνο, άρχισε σιγά σιγά να συστήνεται στην εκεί (πελώρια) τζαζ σκηνή, βρήκε καινούργιους συνοδοιπόρους, ώσπου τα πάντα προφανώς διακόπηκαν από τον κορωνοϊό. Εκείνος όμως παρέμεινε στη γειτονιά του Τάμεση.

«Για περισσότερα από πέντε-έξι χρόνια σκεφτόμουν να φύγω για Λονδίνο, να κυνηγήσω νέες ευκαιρίες, να γνωρίσω κόσμο και να πάρω ερεθίσματα για τη μουσική μου. Ο δίσκος πήγε αρκετά καλά, άρχισα να κλείνω και κάποια λάιβ στο εξωτερικό, οπότε το αποφάσισα. Την πανδημία βέβαια δεν την είχα προβλέψει, αλλά ακόμα και έτσι υπάρχουν πράγματα να πάρει κανείς, ανυπομονώντας φυσικά να “ανοίξουμε” πάλι», μου λέει από τη βρετανική πρωτεύουσα ο Ελληνας ντράμερ, ο οποίος συνδυάζει την εκεί παραμονή του με τη διδασκαλία Μουσικής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο.

Συνηθισμένος να παίζει σε 150-200 ζωντανές συναυλίες τον χρόνο, η υποχρεωτική αργία είναι γι’ αυτόν σίγουρα ενοχλητική, ωστόσο μπορεί να έχει και τα θετικά της: «Ουσιαστικά, εδώ τα λάιβ έχουν σταματήσει από τον περασμένο Μάρτιο, με ένα μικρό άνοιγμα στις αρχές του φθινοπώρου. Προσωπικά, από την άνοιξη έχω παίξει μόνο σε ένα φεστιβάλ, τον Ιούλιο στην Ελλάδα. Κάποια στιγμή, όμως, και βλέποντας πως η πανδημία δεν πρόκειται να μας αφήσει σύντομα, αποφάσισα πως πρέπει να προσαρμοστώ περισσότερο. Μελετάω πολύ, γράφω μουσική και τώρα προγραμματίσαμε και ένα λάιβ με την μπάντα που παίζουμε εδώ. Η προετοιμασία δεν είναι τόσο εύκολη, διότι πολλοί μουσικοί έχουν φύγει από την πόλη αυτό τον καιρό, αφού με αυτή την κατάσταση δεν μπορούν να αντέξουν τα υψηλά ενοίκια, όμως κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε».

Πράγματι, την Κυριακή 21 Φεβρουαρίου, η συναυλία τους θα μεταδοθεί ζωντανά (διαδικτυακά) από τα περίφημα Premises Studios του Λονδίνου, εκεί όπου έχουν ηχογραφήσει κατά καιρούς μεγάλα ονόματα, όπως η Εϊμι Γουάινχαουζ, ο Νικ Κέιβ, οι Arctic Monkeys και άλλοι. 

Τζαζ σκηνή με γερές ρίζες

Οταν τον ρωτάω αν αισθάνεται «σκουριασμένος», εκείνος απαντάει γελώντας: «Οντως, καλή και η πολλή μελέτη, σου δίνει αυτοπεποίθηση, όμως σαν το ζωντανό δεν υπάρχει. Ειδικά στην τζαζ, για να γίνεις καλύτερος πρέπει να παίζεις και μάλιστα μαζί με άλλους μουσικούς, να αισθάνεσαι το δέσιμο. Αν το έλεγα με ποσοστό, νομίζω πως είναι 70% παίξιμο – ένστικτο και 30% μελέτη».

Τι συμβαίνει τα τελευταία χρόνια στο Λονδίνο που κάνει τη σκηνή του τόσο ελκυστική για έναν Ελληνα μουσικό… μετανάστη; «Το Λονδίνο είναι ούτως ή άλλως χωνευτήρι πολιτισμών. Η τζαζ σκηνή εδώ έχει πολύ γερές ρίζες και μεγάλη ποικιλία. Υπάρχει ολόκληρος κλάδος μουσικών που παίζουν την πιο παραδοσιακή μορφή της και το κάνουν εξαιρετικά. Υστερα, υπάρχουν τα πιο σύγχρονα ρεύματα, που ξεκίνησαν τα τελευταία χρόνια από τις “μαύρες” γειτονιές του νότιου Λονδίνου και μπλέκονται με το φανκ, τη νεο-σόουλ και το χιπ-χοπ, μερικές από τις μουσικές, δηλαδή, που κυριαρχούν σήμερα στον κόσμο. Εγώ προσπαθώ να αντλήσω όσο περισσότερα μπορώ από όλα αυτά. Εχω τη δική μου κατεύθυνση, όμως είμαι ανοιχτός σε ερεθίσματα, ιδέες και αλληλεπίδραση με τον νέο ήχο».