ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Το Βερολίνο εκπέμπει καλό σινεμά

to-verolino-ekpempei-kalo-sinema-561285352

Μάλλον δεν το πήραν και πολλοί χαμπάρι, όμως αυτή την εβδομάδα είχαμε Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Βερολίνου. Οχι βέβαια την κανονική Μπερλινάλε, με τους χιλιάδες επισκέπτες και τις λαμπερές πρεμιέρες στο αχανές Zoo Palast, αλλά μια πρώτη (διαδικτυακή) γεύση, αποκλειστικά για διαπιστευμένους δημοσιογράφους και ανθρώπους της κινηματογραφικής βιομηχανίας, μέχρι να φθάσουν οι «ζωντανές» εκδηλώσεις, τις οποίες οι διοργανωτές ελπίζουν πως θα καταφέρουν να φιλοξενήσουν μεταξύ 9 και 20 Ιουνίου. Εμείς, πάντως, αυτές τις ημέρες είδαμε κάποιες από τις ταινίες που θα παρουσιαστούν/διαγωνιστούν τότε και έχουμε να πούμε πως μπορεί η παραγωγή και η διανομή του σινεμά να κατέβασαν αναγκαστικά στροφές τον τελευταίο χρόνο, ωστόσο οι παραγωγές που ολοκληρώθηκαν δίνουν ελπιδοφόρο μήνυμα για το μέλλον.

Μία από αυτές είναι και η πρώτη μεγάλου μήκους της «δικής μας» Ζακλίν Λέντζου, με την Ελληνίδα κινηματογραφίστρια να παρουσιάζει στο τμήμα Encounters της Μπερλινάλε το «Σελήνη, 66 ερωτήσεις», μια τρυφερή ιστορία πατέρα – κόρης. Η Αρτεμις επιστρέφει έπειτα από χρόνια στο πλευρό του αποξενωμένου πατέρα της, ο οποίος αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας και περιορισμένη κινητικότητα. Παράλληλα με τη φροντίδα του, κτίζει, ουσιαστικά για πρώτη φορά, μια πραγματική σχέση μαζί του, η οποία θα δοκιμαστεί με την ανακάλυψη ενός καλά κρυμμένου μυστικού.

Η Λέντζου παρουσιάζει και εδώ το σινεμά που έχουμε γνωρίσει από τις όμορφες –και πολυβραβευμένες– μικρού μήκους ταινίες της· πρόκειται για έναν κινηματογράφο των συναισθημάτων, εκεί όπου τα μάτια και οι στάσεις των σωμάτων λένε συχνά περισσότερα από όσα εκστομίζονται. Η Σοφία Κόκκαλη και ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος είναι εξαιρετικοί στους δύο βασικούς ρόλους, ενώ η ίδια η Λέντζου ενισχύει το παιχνίδι μεταξύ μνήμης και παρόντος, παρεμβάλλοντας μέσα στην αφήγηση οικογενειακά βίντεο από το παρελθόν. Χρησιμοποιώντας τέτοια απλά υλικά και δημιουργώντας αντιθέσεις και δυναμικές, το φιλμ καταφέρνει να ξεφύγει από τα τετριμμένα και να δείξει προσωπικότητα, ακόμη και αν ο ρυθμός του μπορεί να ξενίσει τον λιγότερο υπομονετικό θεατή. Οπως και για τους ήρωες της ταινίας, πάντως, η ανταμοιβή έρχεται με τον χρόνο.

Αρνητική παρένθεση

Ανάμεσα σε δύο πραγματικά καλές ταινίες, μια παρένθεση για ένα φιλμ αισθητικά υπέροχο, στην ουσία του, ωστόσο, άτολμο σε βαθμό σχεδόν εξοργιστικό. Το «Natural light» του Ντένες Νόγκι επιστρέφει στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για να αφηγηθεί την ιστορία των Ούγγρων στρατιωτών που υπηρέτησαν στο πλευρό των ναζί ως δυνάμεις κατοχής σε σοβιετικά εδάφη. Οι χαμηλοί τόνοι και τα εκπληκτικά κάδρα είναι, φυσικά, ευπρόσδεκτα, όχι όμως και η (ακούσια ή εκούσια) προσπάθεια να «ξεπλυθούν» τα αποτρόπαια εγκλήματα πολέμου, με πρόσχημα μάλιστα την τέχνη.

Επιστρέφουμε σε καθαρά κινηματογραφικό κλίμα, με το «Petit maman», ένα πραγματικά ξεχωριστό φιλμ, από τη δημιουργό του υπέροχου «Portrait of a lady on fire», Σελίν Σιαμά. Η Γαλλίδα σκηνοθέτις υιοθετεί εδώ μινιμαλιστική προσέγγιση, αφηγούμενη την ιστορία της εννιάχρονης Νελί, η οποία επιστρέφει μαζί με τη μητέρα της από το γηροκομείο, μετά τον θάνατο της γιαγιάς της. Η μικρή τελικά θα μείνει στο παλιό σπίτι της τελευταίας, μαζί με τον μπαμπά της, ώσπου μια μέρα συναντά στο γειτονικό δασάκι ένα κοριτσάκι που της μοιάζει πολύ. Εχει, δε, το όνομα της μητέρας της, Μαριόν. Η Σιαμά δημιουργεί ένα όμορφο παραμύθι με φιλοσοφικές προεκτάσεις και πραγματική πρωταγωνίστρια την αθωότητα, που μπορεί μερικές φορές να αντιληφθεί τις μεγαλύτερες αλήθειες.