ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οι ξεχασμένες «πληγές» ενός σχολείου

Μαθητές της Γερμανικής Σχολής Αθηνών αναζήτησαν στοιχεία για το εθνικοσοσιαλιστικό παρελθόν της

oi-xechasmenes-pliges-enos-scholeioy-561285868

Δεκέμβριος, 2019. Η καθηγήτρια της Γερμανικής Σχολής Αθηνών, Ρεγγίνα Βίζινγκερ, με οδηγεί στο υπόγειο του σχολείου στο Μαρούσι. Είναι σκοτεινά και το χαρτί μυρίζει. Πάνω στα θρανία υπάρχουν ανοιγμένα βιβλία με τα ονόματα των αποφοίτων του 1939. Η εργασία του πρέσβη Βύρωνα Θεοδωρόπουλου, που αποφοίτησε εκείνη τη χρονιά, είχε ως θέμα τα κοινά σημεία του ελληνικού και του γερμανικού πολιτισμού αλλά και τις οδηγίες της ελεγχόμενης από το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς διοίκησης του σχολείου.

Η Βίζινγκερ, που κατάγεται από το Λιντς της Αυστρίας, μου λέει ότι ο Θεοδωρόπουλος έκανε μετά φροντιστήριο στους μικρότερους μαθητές του σχολείου το 1940 για να προλάβουν να πάρουν απολυτήριο πριν από τη γερμανική εισβολή. Ακόμα και στο ελεγχόμενο από το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς σχολικό περιβάλλον υπήρχαν πάντα «δύο κόσμοι», ο επίσημος και ο πραγματικός. Ενα χρόνο αργότερα ο Θεοδωρόπουλος, με τον συμμαθητή του Παντελούρη, πέταγε πρόκες στους δρόμους της Αθήνας για να τρυπήσει τα λάστιχα των γερμανικών φορτηγών. Ο Παντελούρης, ως Κύπριος υπήκοος, διέφυγε στο Λονδίνο διότι ήταν με τους ηττημένους του εμφυλίου πολέμου, ο Θεοδωρόπουλος παρέμεινε στη χώρα και έγινε ο πλέον προβεβλημένος διπλωμάτης της γενιάς του. «Οταν ο Παντελούρης πέθανε πρόωρα στο Λονδίνο ουδείς τον έκλαψε περισσότερο απ’ όσο ο Θεοδωρόπουλος», μου είπε πέρυσι ένας συγγενής του Παντελούρη. 

Οταν γιορτάστηκαν επισήμως τα 100 χρόνια από την ίδρυση του σχολείου το 1996, αποσιωπήθηκαν ορισμένα γεγονότα που αφορούσαν τον Αλφρεντ Ρομάιν, διευθυντή του σχολείου τον οποίο οι Αρχές Κατοχής έκαναν και καθηγητή στο Πολυτεχνείο. Ο Ρομάιν ήταν ναζί. Ο πρώτος μεταπολεμικός διευθυντής του σχολείου, ο εαμίτης Γιώργος Δημητράκος, καταπληκτικός φιλόλογος, διαμαρτυρήθηκε αλλά εις ώτα μη ακουόντων. Η ιστορία της Γερμανικής Σχολής Αθηνών ήταν δύσκολο τερέν, ιδιαίτερα για όσους φοιτούσαν εκεί. Η έρευνα των μαθητριών και μαθητών και δύο καθηγητριών κατονομάζει τον Ρομάιν ως έναν από τους «πεπεισμένους εθνικοσοσιαλιστές».

Για να εξερευνήσουν τον κόσμο του σχολείου τους, η Βίζινγκερ, η συνάδελφός της Ελενα Κουμεντάκου και 13 μαθήτριες και μαθητές του σχολείου αναζήτησαν επί μήνες την ιστορία της Γερμανικής Σχολής Αθηνών από το 1933 ώς το 1944 με οδηγό το σχολικό αρχείο σε μία εργασία με τίτλο «Η ΓΣΑ θυμάται». 

Η βράβευση

Ηταν ένας διαγωνισμός τριών κρατικών φορέων της Γερμανίας που περιελάμβανε όλα τα γερμανικά σχολεία του εξωτερικού, 58 τον αριθμό, που όταν ξεκίνησε δεν υπήρχε κορωνοϊός. Το σχολείο της Αθήνας κέρδισε τον διαγωνισμό με τα σχολεία του Σαντιάγο (Χιλή), Κωνσταντινούπολης και Σάο Πάολο (Βραζιλία). Πριν από έναν ακριβώς χρόνο, Κουμεντάκου και Βίζινγκερ, με τη μεσολάβηση του Συλλόγου Αποφοίτων της ΓΣΑ, με έστειλαν στον απόφοιτο του 1946 Βασίλη Μαυρίδη. Με είχαν προειδοποιήσει ότι ο Μαυρίδης ίσως έλεγε πράγματα που δεν θα συμφωνούσαν με τα αρχεία. Σε μια προηγούμενη συνέντευξη που είχε δώσει στους 13 μαθητές της ομάδας, είχε εξωραΐσει τη σχολική ζωή μέσα στην Κατοχή. Ηταν φίλος του καθεστώτος; Το αντίθετο. Ηταν στην αντίσταση, εξορίστηκε από τη χούντα, έκανε λόμπι εναντίον της και μισούσε τον Χίτλερ. Αλλά όταν βρέθηκα στο σαλόνι του, μέσα στο μισοσκόταδο, κατάλαβα ότι δεν θα ήθελε να «λερώσει» την ανάμνηση των γυμνασιακών του χρόνων. Παίζαμε ένα παιχνίδι μνήμης. Για να τον βάλω να μιλήσει εναντίον του εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος τον «έβγαζα» στους δρόμους της Αθήνας. Τότε έβλεπε πτώματα από την πείνα (ζούσε στην Ανω Κυψέλη), βία και θάνατο. Στο σχολείο όλα ήταν καλά. Μάλιστα, ένας καθηγητής του τον ενημέρωσε ότι κινδύνευε να μείνει λόγω του αδελφού του που είχε μπει στην αντίσταση και έτσι άλλαξε σχολείο. 

Η Κουμεντάκου λέει στην «Κ» ότι «ο χρόνος που μεσολαβεί (από την Κατοχή) επανανοηματοδοτεί τα γεγονότα και θυμάται τη συζήτηση που γινόταν με τους 13 μαθητές της ομάδας». Πώς το θυμάται; Και γιατί το θυμάται;

oi-xechasmenes-pliges-enos-scholeioy0
Το βραβείο που κέρδισε το σχολείο της Αθήνας σε διαγωνισμό ανάμεσα στα 58 γερμανικά σχολεία ανά τον κόσμο.

Μια ιστορία πάρα πολύ φορτισμένη συναισθηματικά

Ο Βασίλης Μαυρίδης πέθανε ένα χρόνο μετά τη συνομιλία μας. Τηλεφώνησα τότε σε έναν από τους 13 νεαρούς ιστορικούς της ομάδας, τον Λούη Μπήτζιο. «Ξέρεις ότι πέθανε ο Μαυρίδης;», τον ρώτησα. Ο Μπήτζιος, που είχε γνωρίσει τον Μαυρίδη μέσα από τη συνέντευξη την οποία έδωσε αυτός στο πλαίσιο του πρότζεκτ, ξαφνιάστηκε: «Ο θάνατός του συμβολίζει και το τέλος μιας εποχής. Ενας σούπερ τύπος, ένας πολύ έμπειρος άνθρωπος. Μιλούσε με τρόπο που δεν επιβεβαίωνε το σχολικό αρχείο».

Ρώτησα τον Μπήτζιο αν μπορεί να ταυτιστεί συναισθηματικά με μία ιστορία 80 ετών: «Ηταν συναισθηματικά φορτισμένη ιστορία. Αυτό δεν το αντιλαμβάνεσαι στο σχολικό βιβλίο, αλλά όταν αρχίζει η κατάδυση στο αρχείο. Οταν ένας 14χρονος εξιστορεί γιατί οι άλλοι εξαιτίας της ράτσας τους είναι κατώτεροι. Οταν το διάβασα αυτό φοβήθηκα». Σε παλαιότερη συνομιλία μας ο Μπήτζιος μου είχε πει για έναν 12χρονο από την Αγία Πετρούπολη, γερμανικής καταγωγής, που παρασημοφορήθηκε για τις υπηρεσίες του (στο σχολείο φοιτούσαν και Γερμανόπουλα). «Τιμήθηκε με το παράσημο του σταυρού δεύτερης τάξης για τις υπηρεσίες του κατά τον πόλεμο. Ηταν το ανώτερο παράσημο τότε για πολίτες. Ερευνώντας, διαπιστώσαμε ότι τέτοια παράσημα έπαιρνε κανείς εφόσον συμμετείχε σε βίαιες πράξεις εναντίον μειονοτήτων ή εχθρών του Ράιχ όπως οι Εβραίοι. Αυτό με σόκαρε πολύ καθώς επρόκειτο για 12χρονο αγόρι», είχε πει ο Μπήτζιος.

Η συμμαθήτριά του Αγγελική Καραγιάννη, μέλος και εκείνη της ομάδας των 13, μιλάει για έναν μαθητή: «Ας τον πούμε Γιόχαν (σ.σ. οι μαθητές, οι μαθήτριες και οι καθηγήτριες έπρεπε στην επεξεργασία του αρχείου να σεβαστούν το πλαίσιο για τα προσωπικά δεδομένα). Μετά το σχολείο, πήγε στον πόλεμο και αιχμαλωτίστηκε. Το μάθαμε όταν απελευθερώθηκε και γύρισε στη Γερμανία για να ζήσει με τη μητέρα του. Ως μαθητής είχε ταυτιστεί πλήρως με τη ναζιστική ιδεολογία. Αναρωτιόμουν αν συνέχιζε να υποστηρίζει αυτές τις ακραίες απόψεις». Η Καραγιάννη λέει ότι προτού ασχοληθεί με την ιστορία του σχολείου της θεωρούσε «το μάθημα αγγαρεία, ήταν δυσάρεστο. Τώρα καταλαβαίνω ότι είναι το κατεξοχήν μάθημα που σχετίζεται με τις αντιλήψεις μας και με το πώς διαμορφώνονται διότι έμαθα να δουλεύω με πηγές».  

Η Βίζινγκερ –της οποίας ο παππούς ήταν αιχμάλωτος πολέμου και άργησε πολύ να γυρίσει στο σπίτι– λέει ότι «τα σχολικά βιβλία, σε αντίθεση με την προφορική Ιστορία, δεν οδηγούν τους μαθητές στην καρδιά των γεγονότων. Η προφορική Ιστορία, αντίθετα, προσφέρει συναισθηματική πρόσβαση στα γεγονότα. Ξαφνικά βρίσκονται σε ένα σχολείο που έχει σκοπό τη διάδοση της ιδεολογίας του Γ΄ Ράιχ. Οι μαθητές αναρωτιούνται: πώς θα το αντιμετώπιζα εγώ;». Μένει όμως κάτι που να μην έχει ειπωθεί 80 χρόνια μετά; Σε παλαιότερη συνομιλία η Ελενα Κουμεντάκου μου είχε πει: «Για πάρα πολλά χρόνια δεν ασχοληθήκαμε συστηματικά με τα σχολικά αρχεία της Γερμανικής Σχολής αυτής της ιστορικής περιόδου. Αρα, λοιπόν, τώρα είναι μία ευκαιρία να μελετήσουν τα παιδιά και να αναζητήσουν πληροφορίες για αυτήν την περίοδο. Εχουμε πολύ υλικό που δεν έχει αξιοποιηθεί ακόμα».

Ο Νίκος Αποστολόπουλος είναι καθηγητής στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, διευθυντής του προγράμματος «Μνήμες από την Κατοχή στην Ελλάδα». Ολο αυτόν τον χρόνο λειτούργησε ως σύμβουλος των δύο καθηγητριών και των 13 μαθητριών και μαθητών. Οταν μιλήσαμε την περασμένη Κυριακή στο Skype, έφερε στην αρχή της τοποθέτησής του ένα παράδειγμα: «Οταν πλησιάζουμε τα παιδιά να τους μάθουμε Ιστορία εκείνα αφομοιώνουν τα γεγονότα. Θυμάμαι όμως πως όταν μια μάρτυρας, η μητέρα της οποίας είχε βρεθεί σε καταναγκαστική εργασία, είπε ότι γύρισε σπίτι και η μητέρα της έλειπε (την είχαν πάρει οι δυνάμεις Κατοχής), τότε άνοιξε μια συναισθηματική “πόρτα”, οπότε τα παιδιά μπορούν να συνδέσουν μια τέτοια ιστορία με το παρόν». 

Οι μαθητές-ερευνητές της ΓΣΑ ρώτησαν τον Αποστολόπουλο αν στο γερμανικό σχολείο από το οποίο αποφοίτησε ο ίδιος τη δεκαετία του ’60 υπήρχαν ναζί δάσκαλοι. «Οι δάσκαλοι ενσάρκωναν το σχολείο», λέει, «και φυσικά με ρώτησαν ακόμα γιατί, έπειτα απ’ όσα συνέβησαν στην Κατοχή, με έστειλαν οι γονείς μου σε αυτό το σχολείο».