ΜΟΥΣΙΚΗ

Ενας πρώην πρόεδρος και ένα «Αφεντικό»

Η σύμπραξη Ομπάμα - Σπρίνγκστιν σε σειρά podcasts

Ενας πρώην πρόεδρος και ένα «Αφεντικό»

«Πώς φθάσαμε ώς εδώ; Πώς μπορούμε να βρούμε τον δρόμο μας πίσω σε μια πιο ενωτική αμερικανική Ιστορία; Αυτή η συζήτηση κατέληξε να κυριαρχεί σε πολλές από τις συνομιλίες μου τον τελευταίο χρόνο – με τη Μισέλ, με τις κόρες μου και με φίλους. Ενας από αυτούς έτυχε να είναι ο κύριος Μπρους Σπρίνγκστιν». Με αυτό τον τρόπο ο Μπαράκ Ομπάμα εξηγεί ποια υπήρξε η αφορμή για τη σειρά podcasts οκτώ επεισοδίων με τίτλο «Renegades: Born in the USA», με πρωταγωνιστές και συνομιλητές τον ίδιο και τον ροκ σταρ φίλο του.

Ο τίτλος της σειράς συνδυάζει το κωδικό όνομα Renegade, που ο Ομπάμα επέλεξε να χρησιμοποιεί η αμερικανική μυστική υπηρεσία για τον ίδιο στη διάρκεια της θητείας του, και φυσικά τον τίτλο ενός από τα πιο θρυλικά τραγούδια του Σπρίνγκστιν. Πρόκειται για το δεύτερο podcast που βγαίνει στον αέρα του Spotify ως προϊόν της συνεργασίας του με την εταιρεία παραγωγής των Ομπάμα, Higher Ground, που υπεγράφη το 2019.

Το «Αφεντικό» και το… πρώην αφεντικό γνωρίστηκαν το 2008, στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του Ομπάμα, όταν ο Σπρίνγκστιν έδωσε συναυλία σε προεκλογική συγκέντρωσή του. H σχέση τους εξελίχθηκε σε θερμή φιλία. «Επιφανειακά, ο Μπρους κι εγώ δεν έχουμε πολλά κοινά», σημειώνει ο 44ος Αμερικανός πρόεδρος στην εισαγωγή του πρώτου επεισοδίου, που τιτλοφορείται «Outsiders: An Unlikely Friendship». «Είναι ένας λευκός άνδρας από μια μικρή πόλη του Τζέρσεϊ.

Είμαι ένας μαύρος άνδρας, μεικτής καταγωγής, γεννημένος στη Χαβάη, με μια παιδική ηλικία γεμάτη ταξίδια σε όλο τον κόσμο. Είναι ένα είδωλο του ροκ εν ρολ. Είμαι δικηγόρος και πολιτικός – όχι και τόσο κουλ. Και, όπως μου αρέσει να του υπενθυμίζω, είναι περισσότερο από μία δεκαετία μεγαλύτερός μου. Παρότι δείχνει πολύ ωραίος».

Ευφυΐα και ταλέντο

Συνδυάζοντας το χιούμορ, τη γοητεία, την ευφράδεια, την ευφυΐα και το ταλέντο που διακρίνει και τους δυο, Ομπάμα και Σπρίνγκστιν ξετυλίγουν το κουβάρι των αναμνήσεών τους, μοιράζονται περιστατικά, σκέψεις, απόψεις και ελπίδες, από την άνεση του «σπιτιού με τις 1.000 κιθάρες» του τραγουδοποιού, όπου ηχογραφήθηκαν οι συζητήσεις τους, από τον Ιούλιο έως τον Δεκέμβριο του 2020.

Ξαναγυρίζουν στις παιδικές τους ηλικίες, για να θυμηθούν τις συνθήκες και τους λόγους που τους έκαναν να νιώθουν απόκληροι στο κοινωνικό περιβάλλον που μεγάλωσαν. «Δεν είναι κάτι που επιλέγεις (σ.σ. να νιώθεις παρίας)», σημειώνει ο Σπρίνγκστιν. «Είναι κάτι έμφυτο. Είχα μια πολύ παράξενη παιδική ηλικία. […] Η μητέρα μου ήταν αυτή που κυρίως έφερνε το ψωμί στο σπίτι. Ο πατέρας μου δούλευε όταν μπορούσε, αλλά ήταν ψυχικά άρρωστος. Από νεαρή ηλικία έπασχε από σχιζοφρένεια, κάτι που δεν καταλαβαίναμε τότε, αλλά έκανε πολύ δύσκολη τη ζωή στο σπίτι». Σε ένα διαφορετικό σπιτικό, με τους εκκεντρικούς Αμερικανοϊρλανδούς παππούδες του, μεγάλωσε ο Ομπάμα. «Δεν ήμουν εύκολα αναγνωρίσιμος. Ενιωθα απόκληρος».

Παρότι οι πολιτικές απόψεις τους είναι εμφανείς καθ’ όλη τη διάρκεια των συνομιλιών τους, η πολιτική μένει στις παρυφές. Ο Σπρίνγκστιν επικρίνει το γεγονός ότι ο Ομπάμα δεν προχώρησε το θέμα των αποζημιώσεων των μαύρων για την εποχή της δουλείας και ο πρώην πρόεδρος αναφέρεται εν συντομία στον Ντόναλντ Τραμπ λέγοντας ότι «έπρεπε να παρακολουθώ ένα διάδοχο που ήταν εκ διαμέτρου αντίθετος σε όσα πίστευα».

Το θέμα του ρατσισμού αναπόφευκτα καταλαμβάνει μεγάλο μέρος των προβληματισμών τους. Η γενέτειρα του Σπρίνγκστιν, το Φρίχολντ, πόλη 10.000 κατοίκων, την οποία ο ίδιος περιγράφει ως «τυπική, μικρή, επαρχιακή, ρατσιστική πόλη με λευκούς χωριάτες», έζησε ρατσιστικές ταραχές τη δεκαετία του 1960 που άφησαν το σημάδι τους στον νεαρό Μπρους. Εκείνη η εποχή ενέπνευσε το τραγούδι «My hometown». Tο έγραψε όταν συνειδητοποίησε «ότι αυτή θα ήταν η θεματική μου, αυτός θα γινόμουν και γι’ αυτό θα έγραφα».

Στη Χαβάη δεν υπήρξαν ρατσιστικές ταραχές που να προβληματίσουν τον νεαρό Μπαράκ σχετικά με το φυλετικό μίσος που καιροφυλακτούσε εκτός της μαύρης κοινότητας. Το συνειδητοποίησε σε ένα γήπεδο τένις, σε ηλικία περίπου έντεκα ετών. «Θυμάμαι ότι είχα βάλει το δάχτυλό μου στον πίνακα της κατάταξης ψάχνοντας να βρω το όνομά μου, όταν ο υπεύθυνος, που βασικά ήταν ο προπονητής της ομάδας τένις ενός σχολείου, μου είπε: “Καλύτερα να προσέχεις, μπορεί να ξεβάψεις στον πίνακα και να τον λερώσεις”».

Σανίδα σωτηρίας του υπήρξε, λέει, η μητέρα του, η οποία του ενέπνευσε αυτοπεποίθηση: «Ενιωθα ότι με αγαπούσε, ότι ήμουν πολύτιμος και ξεχωριστός και το ότι ήμουν μαύρος ήταν κάτι για το οποίο μπορούσα να είμαι υπερήφανος». Οι δυο τους σημειώνουν σε αρκετά σημεία την ανάγκη για αλλαγή. 

Το «My hometown» δεν είναι φυσικά το μόνο τραγούδι που ερμηνεύει ο ζωντανός μύθος της αμερικανικής μουσικής σκηνής, αλλά αυτό φυσικά δεν είναι έκπληξη. Οι δυο τους απαριθμούν τα αγαπημένα τους τραγούδια διαμαρτυρίας, από τα «Fight the power» των Public Enemy και «Anarchy in the UK» των Sex Pistols στα «Maggie’s farm» του Μπομπ Ντίλαν και «Respect» της Αρίθα Φράνκλιν, τα οποία ο Ομπάμα δεν διστάζει να τραγουδήσει με μεράκι και πάθος. Αλλωστε, όπως ομολογεί στην εισαγωγή του τρίτου επεισοδίου, που είναι αφιερωμένη στην αμερικανική μουσική, «η Αμερική είναι το μόνο έθνος στην Ιστορία που αποτελείται από ανθρώπους κάθε φυλής, θρησκείας και κουλτούρας από κάθε γωνιά της Γης […] τίποτα δεν το συμβολίζει αυτό καλύτερα από τη μουσική μας», και τραγουδάει Ερικ Κλάπτον, με τον Σπρίνγκστιν να τον συνοδεύει με την κιθάρα.

Οι διακυμάνσεις

Με μουσικό «χαλί» ή χωρίς, ο ρυθμός της συζήτησης έχει διακυμάνσεις, από ήσυχες αναπολήσεις σε σιωπηλή συγκίνηση, σε τρανταχτά γέλια και νηφάλια επιχειρηματολογία, αλλά δεν τελματώνει χάρη στην οικειότητα που μοιράζονται οι δυο συνομιλητές και στην ικανότητά τους να χειρίζονται τον λόγο. 
Με μικρές στάσεις στο παρόν, επισκέπτονται ο ένας το παρελθόν του άλλου, ρίχνοντας κλεφτές ματιές σε ένα καλειδοσκόπιο αναμνήσεων με κοινή συνισταμένη τη χώρα τους. «Ο Μπρους κι εγώ διανύσαμε παράλληλες πορείες προσπαθώντας να καταλάβουμε αυτή τη χώρα που έδωσε και στους δυο μας τόσα πολλά», ομολογεί ο Μπαράκ Ομπάμα. 

«Αυτό που ανακαλύψαμε σε αυτές τις συζητήσεις ήταν ότι μοιραζόμαστε ακόμα μια θεμελιώδη πίστη στα αμερικανικά ιδανικά […] ως πυξίδα για τη σκληρή δουλειά που έχει ο καθένας από εμάς ως πολίτης για να κάνει αυτή τη χώρα και τον κόσμο πιο ισότιμο, πιο δίκαιο και πιο ελεύθερο».