ΜΟΥΣΙΚΗ

Και ένα, και δύο, και τρία κοντσέρτα από την Κρατική

kai-ena-kai-dyo-kai-tria-kontserta-apo-tin-kratiki

Καλό είναι που τους τελευταίους μήνες η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών δίνει την ευκαιρία στους μουσικούς της να προβληθούν μέσα από κοντσέρτα. Δημιουργείται όμως μια εντύπωση στοιβάγματος, όταν όλα αυτά τα κοντσέρτα είναι μικρής διάρκειας και παρουσιάζονται ανά δύο ή και ανά τρία μαζί, όπως στην πιο πρόσφατη συναυλία που μεταδόθηκε διαδικτυακά στις 20 Φεβρουαρίου από την πρώην αίθουσα «Φίλων της Μουσικής». Σαν να πρέπει να προλάβουν να παίξουν όλοι, καθένας με τη σειρά του. Διαφορετικά φαντάζεται κανείς τον ρόλο της πρώτης κρατικής ορχήστρας της χώρας, που κυρίως σε δύσκολους καιρούς θα μπορούσε να είναι περισσότερο στραμμένη προς το κοινό, διαμορφώνοντας προγράμματα γι’ αυτό μάλλον, παρά για τον εαυτό της.

Κατά τη συγκεκριμένη βραδιά οι προβολείς στράφηκαν σε δύο όργανα για τα οποία τα κοντσέρτα που έχουν γραφεί είναι εξαιρετικά περιορισμένα. Πρώτο ακούστηκε το Κοντσέρτο για τούμπα και ορχήστρα του Ραλφ Βον-Ουίλιαμς. Γραμμένο το 1954 με αφορμή τα πενήντα χρόνια της Συμφωνικής Ορχήστρας του Λονδίνου, έδωσε την ευκαιρία στο χαμηλότερο από τα χάλκινα πνευστά να αναδείξει τις δυνατότητές του μέσα από την παραδοσιακή τριμερή δομή. Διατηρώντας σταθερή την ποιότητα του ήχου, ο Γεώργιος-Θεόδωρος Ραράκος έπεισε για το πόσο λυρική μπορεί να είναι η τούμπα, αλλά έδειξε επίσης σε πόσο απαιτητική δεξιοτεχνική γραφή μπορεί να ανταποκριθεί το όργανο αυτό.

Ακολούθησε το δεύτερο Κοντσέρτο για κοντραμπάσο και ορχήστρα του Τζοβάνι Μποτεζίνι, γραμμένο το 1845, δηλαδή περισσότερο από έναν αιώνα νωρίτερα. Οπως το κοντσέρτο του Βον-Ουίλιαμς, έτσι και αυτό το έργο γράφηκε με στόχο να επιδείξει τις δυνατότητες του συγκεκριμένου οργάνου, του χαμηλότερου των εγχόρδων. Το Κοντσέρτο εντάσσεται στην αισθητική της ιταλικής μουσικής της εποχής του, κατά την οποία δέσποζε η φωνητική τέχνη του ρομαντικού μπελ κάντο. Ο Νίκος Τσουκαλάς υπερασπίστηκε την απαιτητική γραφή με επιτυχία, ανταποκρινόμενος στις γοητευτικά μελωδικές όσο και στις δεξιοτεχνικές απαιτήσεις της.

Τρίτο κοντσέρτο στη σειρά ήταν το τέταρτο που συνέθεσε ο Μότσαρτ για το κόρνο. Και σε αυτή την περίπτωση ο στόχος του συνθέτη υπήρξε παρόμοιος, ενώ όπως και τα προηγούμενα δύο έργα έτσι και αυτό γράφηκε για έναν από τους λαμπρότερους δεξιοτέχνες της εποχής του. Το Κοντσέρτο απέδωσε εξαιρετικά ο Κώστας Σίσκος σε σύγχρονο κόρνο (με βαλβίδες), με υπέροχο ήχο, λυρισμό και δεξιοτεχνική άνεση.

Την ορχήστρα διηύθυνε ο 32χρονος Στάθης Σούλης, ένας από τους πλέον ενδιαφέροντες Ελληνες αρχιμουσικούς, ο οποίος έχει ήδη δώσει δείγματα γραφής σε διάφορα είδη. Στα τρία Κοντσέρτα στήριξε αποφασιστικά τους σολίστες, προσδιορίζοντας το ύφος και την αισθητική κάθε έργου, περισσότερο γιορτινός στον Βον-Ουίλιαμς, πιο λυρικός στον Μποτεζίνι, σβέλτος και εναργής στον Μότσαρτ. Οι ικανότητές του φάνηκαν εξίσου στην πρώτη («Κλασική») Συμφωνία του Προκόφιεφ, με την οποία έκλεισε η βραδιά. Βρήκε τον τόνο για καθένα από τα μέρη του νεανικού αυτού φωτεινού έργου και ανέδειξε τις διαθέσεις τους χωρίς βιασύνη, με σαφή οργάνωση του μουσικού υλικού και τους κατάλληλους τονισμούς.