ΑΘΗΝΑΪΚΑ PLUS

Οταν οι συντάκτες της «Κ» μασκαρεύονταν και έδειχναν τη μελλοντική τους καριέρα

otan-oi-syntaktes-tis-k-maskareyontan-kai-edeichnan-ti-mellontiki-toys-kariera

Ενα χρόνο πριν, προ πανδημίας δηλαδή, το άρθρο που διαβάζετε δεν θα ήταν άρθρο. Θα ήταν συζήτηση γεμάτη γέλια και ατάκες μεταξύ συναδέλφων. Παρασκευή μεσημέρι πριν από την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς, στο εστιατόριο της εφημερίδας στον 5ο όροφο. Ημασταν για χρόνια μαθημένοι στο γραφείο να τρώμε όλοι μαζί το μεσημεριανό μας, μέχρι που η τηλεργασία μάς σκόρπισε στα σπίτια μας. Τα θέματα στο τραπέζι ακολουθούσαν πάντα τη δημοσιογραφική επικαιρότητα («Για πες μας εσύ που κάνεις το ρεπορτάζ, τι έγινε…») αλλά συχνά είχαν και flash back στο παρελθόν. Γεννημένοι στα τέλη του ’60 ή τη δεκαετία του ’70 οι περισσότεροι από εμάς που αποτελούμε τη συντακτική ομάδα της «Κ», είχαμε κοινά βιώματα παιδικής ηλικίας. 

Μας φαντάστηκα λοιπόν με νοσταλγία να κουβεντιάζουμε ο ένας δίπλα στον άλλο τι ντυνόμασταν στα αποκριάτικα πάρτι του παρελθόντος. Και μιας και δεν μπορούσαμε να τα πούμε από κοντά όπως παλιά, ζήτησα από κάποιους συναδέλφους να μου στείλουν φωτογραφίες και ντοκουμέντα. Ιδού πρώτος πρώτος ο Ηλίας Μαγκλίνης που γεννήθηκε στην Αφρική, όπου ζούσαν τότε οι γονείς του: «Κινσάσα, Κονγκό, Απόκριες 1973. Ντυμένος ιππότης. Στο τραπεζάκι, δεξιά, διακρίνεται τεύχος της “Ιστορίας Εικονογραφημένης” των εκδόσεων Πάπυρος, που διάβαζε ο πατέρας μου. Εχω αμυδρή ανάμνηση της φωτογράφισης. Το βέβαιο είναι πως τραβήχτηκε λίγο πριν από την (αναγκαστική) επιστροφή της οικογένειας στην Ελλάδα αφού ο δικτάτορας Μομπούτου Σέσε Σέκο “κοινωνικοποίησε” τις επιχειρήσεις των ξένων στο Ζαΐρ, όπως ονόμασε τη χώρα. Κρατώ με μια αβεβαιότητα το ξίφος. Τουλάχιστον, κυριαρχεί το χαμόγελο».

Η Ξένια Κουναλάκη φιγουράρει ως χίπισσα: «Ηταν λίγο μετά το δημοψήφισμα του 1974 κι εγώ επέμενα να θέλω να ντυθώ Πριγκίπισσα της Νύχτας, Βασίλισσα του Χιονιού ή κάτι τέτοιο. Η μαμά μου πάλι από αριστερή οικογένεια, μεγαλωμένη σε οικοτροφείο επειδή η μητέρα της ήταν εξορία, ήταν ανένδοτη: παπαρούνα, μάγειρας ή χίπισσα. Παπαρούνα σήμαινε μάλλινη στολή από τη Φαντασία που μου προκαλούσε αφόρητη φαγούρα. Μάγειρας ισοδυναμούσε με καζούρα από τις συμμαθήτριες. Διάλεξα με βαριά καρδιά (φαίνεται άλλωστε στο σιχτιρισμένο ύφος) το τρίτο γιατί μ’ άφησε να φορέσω τα σκούρα γυαλιά της».

Ο Γιώργος Λιάλιος, πάλι, είχε βλέψεις για την κατάκτηση του Διαστήματος: «Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη στο χωριό μου, στο Μακρύγιαλο Πιερίας, το 1983. Είμαι επτά χρόνων και έχω ντυθεί όπως ο αγαπημένος μου ήρωας (που ονομαζόταν Κίοπ) από την “Ομάδα Τζι”, μια γιαπωνέζικη σειρά κινουμένων σχεδίων της εποχής. Τη στολή μου και του αδελφού μου (που ως μεγαλύτερος είχε ντυθεί Μαρκ, που ήταν ο αρχηγός της “Ομάδας Τζι”) τις είχε φτιάξει η μητέρα μου». 

Η αφεντιά μου είχε μανία με τον Ρομπέν των Δασών. Βιβλιοφάγος στο Δημοτικό, είχα πειστεί ότι το δάσος του Σέργουντ αποτελείται από τις έρμες ελιές που είχαμε στο εξοχικό του Πόρτο Ράφτη. Είχα γίνει άσος στο σημάδι με το τόξο που είχε βέλη βεντούζες, ένα σπορ που τελείωσε άδοξα όταν πέτυχα τον πατέρα μου στο δόξα πατρί. Οι γονείς μου με έπεισαν μια φορά για να γίνω Βασίλισσα της Νύχτας, όπως τα άλλα κοριτσάκια. Την επόμενη χρονιά ξανάπιασα το τόξο. Οι δύο μεγαλύτεροί μου αδελφοί, μασκαρεύονταν καουμπόηδες, Ζορό ή Ινδιάνοι, είχαν πάντα τσεκούρια, ξίφη και περίστροφα, οπότε δεν ήθελα να εμφανίζομαι άοπλη στις μεγάλες οικογενειακές μάχες στο σαλόνι.

Η Τάνια Γεωργοπούλου από την άλλη απαιτούσε αυτό που εγώ απέφευγα. «Θέλω να ντυθώ Βασίλισσα της Νύχτας» έλεγε στους δικούς της: «Με φανταζόμουν με τούλια και αστέρια που θα λαμποκοπούσαν και όταν έμαθα ότι η γιαγιά θα έραβε τη στολή μου απογοητεύτηκα. Η γιαγιά; Τι ήξερε η γιαγιά, από “Βασιλικά ρούχα”; Παρακολουθούσα με αγωνία τα χέρια της να μετρούν, να κόβουν, να τρυπώνουν, να ράβουν προσεκτικά τις πούλιες, να κολλάνε, τα αστέρια. Η στολή μου τις απόκριες του ’75 ήταν όχι μόνο “Βασιλική” αλλά και μοναδική». 
 
[email protected]