ΜΟΥΣΙΚΗ

Η «Δέσπω» στη Λυρική

i-despo-sti-lyriki

Μα τι δουλειά έχουν οι όπερες και τα μπαλέτα με τον εορτασμό της 200ής επετείου της Ελληνικής Επανάστασης; Χάθηκε ένα λεβέντικο τσάμικο ή ένα παρηγορητικό μοιρολόι; Α, μάλλον δεν το ζύγισε καλά το πράγμα η Εθνική Λυρική Σκηνή. Εκτός και αν εννοούμε τη «Δέσπω» του Παύλου Καρρέρ (1829-1896) και τους «Ελληνικούς χορούς» του Νίκου Σκαλκώτα (1904-1949). Δύο έργα της Επτανησιακής και Εθνικής Σχολής αντίστοιχα, που αν όλα είχαν έρθει αλλιώς, θα παρουσιάζονταν ήδη στην αίθουσα Σταύρος Νιάρχος, ως δύο μέρη μιας σπονδυλωτής παράστασης, υπό την αιγίδα της Προέδρου της Δημοκρατίας, Κατερίνας Σακελλαροπούλου. Τελικά, για ευνόητους λόγους, η Εθνική Λυρική Σκηνή θα παρουσιάσει σήμερα στις 8 μ.μ., μέσω της ιστοσελίδας της nationalopera.gr και των καναλιών της στα social media, ένα αφιερωματικό βίντεο με αποσπάσματα από τη «Δέσπω» και τους «Ελληνικούς χορούς», που θα προλογίσει ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Λυρικής Γιώργος Κουμεντάκης και θα συμπληρώσει με τις μουσικολογικές παρατηρήσεις του ο υπεύθυνος του τομέα δραματολογίας, Νίκος Δοντάς. 

Τον Μάιο, η παραγωγή θα είναι πλήρως διαθέσιμη στην GNO TV, μέχρι τότε όμως ας σταθούμε σε μερικά ενδιαφέροντα στοιχεία των δύο έργων. Για παράδειγμα, το μονόπρακτο μελόδραμα «Δέσπω, η ηρωίς του Σουλίου» του Καρρέρ (που θα παρουσιαστεί σε σκηνοθεσία Γιώργου Νανούρη και μουσική διεύθυνση Γιώργου Ζιάβρα) είναι η πρώτη ελληνική όπερα βασισμένη εξαρχής σε ελληνικό λιμπρέτο, που ο Αντώνιος Μανούσος (1828-1903) εμπνεύστηκε μάλλον από το περίφημο δημοτικό τραγούδι «Της Δέσπως». 

Οι «36 Ελληνικοί χοροί» του Σκαλκώτα (χορογραφημένοι στο πρώτο μέρος από την Πατρίσια Απέργη και στο δεύτερο από τους RootlessRoot) ήταν η μόνη σύνθεσή του που εκτιμήθηκε δεόντως όσο ζούσε, παρά την παραγνώρισή του από το αθηναϊκό καλλιτεχνικό κατεστημένο. Παράγοντες της δημοφιλίας του έργου, η ρυθμική και ηχοχρωματική του ποικιλία, η εύληπτη μουσική γλώσσα και οι δημιουργικοί τρόποι με τους οποίους ενσωματώνει την παραδοσιακή μουσική.

Να τα, λοιπόν, εκείνα τα τσάμικα και τα μοιρολόγια που λέγαμε. Τα οποία, κατά τη γνώμη μας, μόνο τις ειρωνικές συγκρίσεις δεν αξίζουν. Τέτοιες μέρες, εξάλλου, σε μισοσκότεινα ισόγεια ή λαμπερές αίθουσες, είναι λες και τα υποτιμητικώς λεγόμενα «κλαρίνα» όλο και με κάποιον τρόπο θα ακούγονται, από το βάθος.