ΜΟΥΣΙΚΗ

Η όπερα της γκιλοτίνας

Η Λυρική εγκαινιάζει τους εορτασμούς για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση με το έργο «Αντρέα Σενιέ»

Η όπερα της γκιλοτίνας

Προς το τέλος της περιόδου της Τρομοκρατίας στη Γαλλία, μέσα του 1794, ελάχιστοι είχαν απομείνει να παρακολουθούν το θέαμα των διαδοχικών αποκεφαλισμών. Ο κόσμος είχε βαρεθεί: ήταν όλο το ίδιο και το ίδιο. Μέσα σε περίπου ένα χρόνο, είχαν εκτελεστεί 17.000 άνθρωποι περίπου, εκ των οποίων οι 2.500 στο Παρίσι. 

Ωστόσο, έστω κι έτσι, ορισμένα από τα θύματα έβρισκαν την ευκαιρία να κάνουν πνεύμα πάνω στο ικρίωμα. Ο ηλικιωμένος βαρώνος Φραντς φον ντερ Τρενκ –γνωστός και ως Καζανόβα της Αυστρίας– ήταν πληθωρικός αριστοκράτης και τυχοδιώκτης, που έκανε το λάθος να επιστρέψει στο Παρίσι καταμεσής της Τρομοκρατίας για να καταλήξει σε μία από τις τελευταίες ομάδες καταδίκων που οδηγήθηκαν στη λαιμητόμο. Μαζί του, στο ίδιο κάρο, ήταν και ο ποιητής Αντρέα Σενιέ. Ειρωνεία: αυτό συμβαίνει δύο μόλις ημέρες πριν από την πτώση (και καρατόμηση) του Ροβεσπιέρου και των στενών συνεργατών του, γεγονός που σηματοδότησε, λίγο-πολύ, το τέλος της Τρομοκρατίας. Ο Τρενκ, λοιπόν, βλέποντας σκυθρωπούς τους ελάχιστους θεατές, φώναξε όλος χαρά: «Γιατί τέτοια μούτρα; Απλώς στήνουμε μια κοινότοπη ροβεσπιερανή κωμωδία!». Λίγα λεπτά αργότερα, η λεπίδα έδωσε τέλος στην κωμωδία – ή τραγωδία, ανάλογα με το πώς το βλέπει κάποιος.

Η περίπτωση του Αντρέα Σενιέ πάντως, ο οποίος στεκόταν κάπου δίπλα στον Τρενκ και ακολούθησε στο ικρίωμα, θεωρήθηκε περισσότερο σαν τραγωδία: ήταν το φρικτό τέλος ενός ποιητή, ελληνικής μάλιστα καταγωγής, ο οποίος προετοίμαζε το έδαφος για το ρομαντικό πνεύμα του 19ου αιώνα. Η ιστορία του ενέπνευσε τον Ιταλό συνθέτη Ουμπέρτο Τζορντάνο (1867-1948) να γράψει την πιο διάσημη όπερά του, η οποία φέρει και το όνομα του ποιητή. Το έργο έκανε πρεμιέρα στη Σκάλα του Μιλάνου το 1896, αλλά, νωρίτερα ακόμα, είχε επηρεάσει και τον Γάλλο μουσουργό Εκτορ Μπερλιόζ, ο οποίος, στην περίφημη «Φανταστική Συμφωνία» του, περιλαμβάνει μια άκρως υποβλητική σκηνή σκοτεινής παραίσθησης πάνω στο ικρίωμα, την οποία εμπνεύστηκε αφού διάβασε περιγραφές του τέλους του Σενιέ, όταν ανεβαίνοντας στα σκαλοπάτια του ικριώματος, ο ποιητής λέγεται ότι έδωσε μία με το χέρι στο μέτωπό του και αναφώνησε: «Διάβολε, υπάρχει ακόμα πολύ πράγμα εδώ μέσα!».  

Γεγονός είναι πως δύσκολα μπορείς να ασχοληθείς με την ιστορία του Σενιέ χωρίς να έχεις στο πίσω μέρος του μυαλού σου την γκιλοτίνα – αυτόν τον «ανθρωπιστικό μηχανισμό» που επινόησε ο ιατρός Γκιγιοτέν το 1792, στο πνεύμα του Διαφωτισμού και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (όπως βεβαίως γίνονταν αντιληπτά τότε). Ανάλογα, είναι δύσκολο να παρακολουθήσεις την όπερα του Τζορντάνο χωρίς να περιμένεις να δεις στο τέλος να ορθώνεται η τρομακτική σκιά της γκιλοτίνας. Είναι όπως όταν περιμένεις να δεις ένα ακόμη φιλμ για τον Τιτανικό: ενστικτωδώς ανυπομονείς για το ναυάγιο.

Πέραν αυτών των αιματηρών, πάντως, ο «Αντρέα Σενιέ» είναι μια πολύ λογική επιλογή από την Εθνική Λυρική Σκηνή να εγκαινιάσει τους εορτασμούς των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση με το έργο του Τζορντάνο, το οποίο σηματοδότησε την έναρξη του λεγόμενου βερισμού στην όπερα. Βερισμός (από την ιταλική λέξη vero, αλήθεια): ό,τι ήταν ο λογοτεχνικός νατουραλισμός ενός Ζολά στη Γαλλία ή ενός Ντράισερ στην Αμερική ήταν ο βερισμός στην όπερα, με κυριότερους εκπρόσωπους τον Πουτσίνι, τον Μασκάνι και τον Λεονκαβάλο. Ρεαλισμός, καθημερινότητα, αλλά και η άποψη ότι το περιβάλλον απ’ το οποίο προήλθε κάποιος στο τέλος θα τον καταπιεί, δεν θα μπορέσει να το ξεπεράσει ποτέ. 

Ο «Αντρέα Σενιέ» είναι ένα τέτοιο ρεαλιστικό έργο – και ας κλείνει με μια πολύ ρομαντική σκηνή, τον Σενιέ με την αγαπημένη του Μανταλένα (η οποία μάλιστα θυσιάζεται στη θέση μιας μέλλουσας μητέρας, όπως, ας πούμε, πράττει και ο ερωτευμένος Σίντνεϊ Κάρτον στο φινάλε της ντικενσιανής «Ιστορίας δύο πόλεων»), να οδεύουν αγκαλιασμένοι προς τη λεπίδα της Τρομοκρατίας.

Γιατί όμως είναι ταιριαστό το έργο στα 200χρονα του ελληνικού 1821; Οχι μόνον επειδή το πνεύμα της Γαλλικής Επανάστασης συνέβαλε δραστικά στο ξέσπασμα της Ελληνικής, αλλά επειδή ειπώθηκε και παραπάνω: η ελληνική καταγωγή του Σενιέ. Φραγκολεβαντίνος από την Κωνσταντινούπολη με μητέρα Ελληνίδα από τη Χίο. Εκείνη του εμφύτευσε την αγάπη του για τον ελληνικό πολιτισμό, η οποία καθόρισε το ποιητικό του έργο. Ιδού ένα ελάχιστο δείγμα: «Χαιρετώ σας, θεοί του Ευξείνου, Ελλήσποντε, Σηστέ, Αβυδε/ και Νύμφη του Βοσπόρου, και της Προποντίδας Νύμφη,/ που την τυραννική ημισέληνο του βάρβαρου Οσμανλίδη/ βλέπετε σήμερα να γέρνει στη δύση της./ Εβρε, Παγγαίο, Αίμε, Ροδόπη, Ριπαία όρη,/ σας χαιρετώ, Θράκη μητέρα, και του Ορφέα μητέρα,/ Γαλατά, που από καιρό τα μάτια μου ποθούσαν. / Γιατί εκεί μια Ελληνίδα, στην άνοιξη της νιότης της,/ ωραία, στην κλίνη ενός συζύγου, τέκνου της Γαλλίας,/ στον κόσμο μ’ έφερε, Γάλλο εμένα στου Βυζαντίου την Πόλη» («Ανατολίτικη ελεγεία»).

Ο Σενιέ ήταν μετριοπαθής, πολιτικά μιλώντας, όμως οι καυστικοί του στίχοι κατά του Ροβεσπιέρου προκάλεσαν την οργή του τελευταίου. Τα υπόλοιπα τα ανέλαβε ο δημόσιος κατήγορος Φουκιέ Τενβίλ (ο οποίος ανέβηκε και αυτός τα σκαλοπάτια της γκιλοτίνας το 1795. Ως χαρακτήρας εμφανίζεται στο έργο αυτό).

Το σκηνικό

Η παραγωγή της ΕΛΣ ανέβηκε για πρώτη φορά το 2000 στο θέατρο Ολύμπια, και στη συνέχεια όλος ο «κόσμος» του «Αντρέα Σενιέ» τακτοποιήθηκε στις αποθήκες της ΕΛΣ. Περίπου τέσσερα χρόνια αργότερα, όταν η Λυρική έλαβε τη δωρεά από το ΙΣΝ για τη μετεγκατάστασή της στο ΚΠΙΣΝ, ο «Σενιέ» ήταν μία από τις παραγωγές που το υλικό της αποκαταστάθηκε: το σκηνικό ανακατασκευάστηκε και οι φθορές του χρόνου διορθώθηκαν. Εκτός αυτού, έγιναν και οι απαραίτητες επεκτάσεις ώστε να «ταιριάξει» στη μεγάλη σκηνή της αίθουσας Σταύρος Νιάρχος.   

Στην παραγωγή που θα δούμε στις οθόνες μας, το σκηνικό –αποτελούμενο από σταθερά ή κινούμενα τμήματα– στη βασική του θέση έχει φάρδος 28 μέτρα, βάθος 12 μέτρα και ύψος περίπου 11 μέτρα. Το εντυπωσιακό στοιχείο της σκηνογραφίας, πέρα από το «αρχιτεκτονικό» ενδιαφέρον και τη δομή που εξυπηρετεί τις κινήσεις-αλλαγές σκηνών, είναι το υλικό: έχει χρησιμοποιηθεί σχεδόν αποκλειστικά ξύλο. 

Επίσης στο πλαίσιο της αποκατάστασης της παραγωγής, πολλά από τα κοστούμια –τα πρωταγωνιστικά κατά κύριο λόγο– και οι περούκες του έργου δημιουργήθηκαν από την αρχή. Περίπου 320 ενδυματολογικά μέρη (σακάκια, γιλέκα, παντελόνια, φορέματα, μεσοφόρια κτλ.) αποτελούν τα κοστούμια του έργου και είναι όλα σύμφωνα με την εποχή που διαδραματίζεται η όπερα. 

Ο Ουγκώ και η «μαρτυρία» ενός αποκεφαλισμένου

Η ιστορία του Σενιέ δεν ενέπνευσε μονάχα τον Τζορντάνο και τον Μπερλιόζ. Το 1853, ο Βίκτωρ Ουγκώ παρακολουθούσε και κατέγραφε πνευματιστικές συνεδρίες με σκοπό να γράψει κάποτε ένα βιβλίο. Τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς είχε τη φαεινή ιδέα να προσπαθήσει να επικοινωνήσει με το πνεύμα του Σενιέ, ρωτώντας τον μάλιστα για την όλη εμπειρία του αποκεφαλισμού του στις 25 Ιουλίου του 1794. Ιδού τι κατέγραψε, μεταξύ των άλλων: «Ο καταδικασμένος έχει ένα τρομακτικό δευτερόλεπτο. Ανοίγει τα μάτια και βλέπει ένα καλάθι γεμάτο κόκκινη γλίτσα… Το κεφάλι λέει: να εκεί χάμω θα καταλήξω. Οχι, αποκρίνεται η ψυχή του. Το θέαμα αλλάζει. Αντί για τη γλίτσα, τώρα βλέπει έναν ωκεανό, αντί για αίμα, βλέπει φως. Μέσα από έναν υπόνομο έχει εξέλθει στους ουρανούς… Είμαι ζωντανός κι ωστόσο δεν υποφέρω από το φορτίο της ύπαρξης.

Εισπράττω το άπειρο μέσα απ’ όλους μου τους πόρους κ.τ.λ., κ.τ.λ.».

Κατά γενική ομολογία, η «μαρτυρία» του αποκεφαλισμένου Σενιέ θυμίζει εκπληκτικά το ύφος γραφής και σκέψης του Βίκτωρος Ουγκώ…
 
Η πρώτη επετειακή παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής για το 2021 έρχεται στο nationalopera.gr/GNOTV από τις 31/3 έως τις 31/7. 

Για τη μετάδοση από την GNO TV προπωλούνται εισιτήρια των 10 ευρώ στην www.ticketservices.gr και στο https://tickets.public.gr/.

Μουσική διεύθυνση: Φιλίπ Ωγκέν. Σκηνοθεσία – σκηνικά – κοστούμια – φωτισμοί: Νίκος Πετρόπουλος. Αντρέα Σενιέ ο Μαρσέλο Αλβαρες. Κάρλο Ζεράρ ο Δημήτρης Πλατανιάς. Μανταλένα του Κουανύ η Μαρία Αγκρέστα.