ΒΙΒΛΙΟ

Δεν είναι ποτέ ίδιος ο έρωτας

Ο συγγραφέας Νίκος Παναγιωτόπουλος μιλάει για τη νέα συλλογή διηγημάτων του, όπου το πάθος έχει τον πρώτο λόγο

Δεν είναι ποτέ ίδιος ο έρωτας

Τα τελευταία βιβλία του Νίκου Παναγιωτόπουλου ήταν αυτοβιογραφικά. Η σχέση με τον πατέρα, τον γιο του, ένα δύσκολο διαζύγιο. Στο νέο του βιβλίο, «Τα ανήσυχα άκρα» (εκδ. Μεταίχμιο), παρουσιάζει δέκα ιστορίες που εξερευνούν σκοτεινές πτυχές του ερωτικού πάθους. Η παλιότερη γράφτηκε το 1999 και η πιο πρόσφατη, αρχές του 2020. «Για μένα είναι ένας χάρτης της πορείας μου στη λογοτεχνία», λέει στην «Κ». «Ιστορίες που γράφτηκαν παράλληλα με τα υπόλοιπα βιβλία μου. Μαζί τους μεγάλωνα και βιολογικά και συγγραφικά».

Ερωτας για ηλικιωμένες κυρίες, για τον καθηγητή που μπλέκει με φοιτήτριά του, το ζευγάρι που ανανεώνει τη σχέση του στις διακοπές, η ιστορία μιας μοιχείας που αποκάλυψε η αγάπη στην αστρονομία, ο διορθωτής κειμένων και ο βιασμός του λαϊκού εραστή κ.ά. «Αγαπάω όλες τις ιστορίες για διαφορετικούς λόγους, αλλά έχω μεγάλη αδυναμία σε δύο οι οποίες έχουν κομματάκια από τη μάνα μου, τις θειάδες μου, πράγματα που δανείστηκα από αυτές».

Ερωτας για όλους, χωρίς διαχωρισμούς και μελοδραματισμούς, με πολλές εικόνες, ένα υπόγειο, λεπτό χιούμορ και μια ανάσα ελευθερίας είναι όσα νιώθει ο αναγνώστης κλείνοντας το βιβλίο. Ο έρωτας, το πιο δημοφιλές και πολυχρησιμοποιημένο θέμα μπορεί να είναι ανεξάντλητο; «Ο έρωτας και ο θάνατος δεν νομίζω ότι θα εξαντληθούν ποτέ. Πάντα υπάρχει ένας νέος τρόπος να γράψει κανείς για τον έρωτα. Είναι ανεξάντλητη εμπειρία και νομίζω ότι με κάθε καινούργιο άνθρωπο που συναντάμε ερωτικά το διαπιστώνουμε. Δεν είναι ποτέ ίδιος ο έρωτας». Του αρέσουν «οι αθέατες πλευρές των ανθρώπων, κυρίως ότι είμαστε φτιαγμένοι από τρομερές αντιφάσεις και τρομερές αντιθέσεις. Αυτό μας κάνεις αληθινούς».

Ο Ν. Παναγιωτόπουλος έχει εκδώσει οκτώ βιβλία, συλλογές διηγημάτων, μία νουβέλα, μυθιστορήματα που μεταφράστηκαν στο εξωτερικό. Βιοπορίζεται από τη συγγραφή; «Ούτε για αστείο», απαντά ο ίδιος. «Πάντα εργαζόμουν παράλληλα με την πεζογραφία, στη δημοσιογραφία, στο σινεμά ως σεναριογράφος, στην κινηματογραφική εκπαίδευση, κι αυτό μου επέτρεπε να είμαι απολύτως ελεύθερος. Δεν με ένοιαζε πότε θα βγάλω βιβλίο και πόσο θα πουλήσει. Αυτό που παίρνω από τα βιβλία μου είναι πάντα ένα χαρτζιλίκι, τίποτε παραπάνω. Ο εκδοτικός χώρος πηγαίνει πολύ καλά αλλά δεν συμβαίνει το ίδιο με τους ανθρώπους του. Συχνά αναρωτιέμαι: γιατί εξακολουθούμε να γράφουμε, να καταστρέφουμε δέντρα, χρειάζονται όλα αυτά τα βιβλία; Ομως μέσα από όλη αυτή τη δραστηριότητα ζουν ένα σωρό άνθρωποι: εκδοτικοί οίκοι, βιβλιοπωλεία, διανομή. Σήμερα η έκφραση είναι ευκολότερη από ό,τι κάποτε. Κάτι τα μπλοκ, τα κοινωνικά δίκτυα, πολλοί γράφουν και μάλιστα κάποιοι, υπέροχα, στο Facebook».

Από το 1998 διδάσκει συγγραφή σεναρίου στη Σχολή Σταυράκου, θέατρο και σενάριο στους μεταπτυχιακούς της Δημιουργικής Γραφής στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Τα σενάρια για κινηματογραφικές ταινίες και σειρές (14 έχει γράψει) εξακολουθούν να τον ενδιαφέρουν, «αλλά σήμερα γράφονται όλο και λιγότερα, ευτυχώς γράφουν οι πιτσιρικάδες. Δυστυχώς για μας που μεγαλώσαμε λίγο κι έχουμε λογαριασμούς να πληρώσουμε και υποχρεώσεις, δεν είναι εύκολο να το υποστηρίξουμε».

Αν κάτι επισημαίνει στους φοιτητές του, που ασχολούνται με το σενάριο, «είναι ότι πρέπει να έχουν κάτι να πουν. Το πώς θα το πουν, θα βρεθεί. Κοίτα τους ανθρώπους και βρες κάτι να μας συνεπάρεις. Γκρινιάζαμε για τα ελληνικά σενάρια, αλλά τελικά όποιος είχε κάτι να πει, και το είπε καλά, κατάφερε και να φύγει από δω. Οπως ο Λάνθιμος, ο Φιλίππου, ο Κούτρας αλλά και νεότερα παιδιά».

Oμως, πώς θα καταλάβει αυτός που κυνηγάει το όνειρό του, ότι συνάντησε μια καλή ιστορία; «Ξεχωρίζει σαν τη μύγα μέσα στο γάλα. Αλίμονο αν δεν το διαισθάνεσαι. Αυτό ακριβώς είναι το παιχνίδι της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Το να βρεις αυτό που είναι αληθινό μέσα σου και να μπορέσεις να το κάνεις αληθινό και στα μάτια των άλλων».

Επιμένει ότι τα ερεθίσματα είναι παντού γύρω μας και περιμένουν. «Ας μιλήσουμε με τους δικούς μας. Εμένα μου στοίχισε πολύ ότι δεν είχα προλάβει να μιλήσω με τον πατέρα μου. Ελεγε ιστορίες από τη ζωή του, αλλά τις ανώδυνες. Φαντάζομαι τι θα μου είχε πει αν είχαμε καταφέρει να βρούμε έναν τρόπο να μιλήσουμε. Κάθε φορά που τα παιδιά στη σχολή λένε “μα, δεν έχω μια ιδέα”, η προτροπή μου είναι ίδια: “πάρε ένα μαγνητόφωνο και μίλα με τη μάνα σου”. Οι άνθρωποι θέλουν να μιλήσουν, να πουν τις ιστορίες τους, αρκεί κάποιος να τους το ζητήσει».

Δεν είναι ποτέ ίδιος ο έρωτας-1
Δέκα ιστορίες που εξερευνούν σκοτεινές πτυχές του ερωτικού πάθους συναπαρτίζουν το νέο βιβλίο του Νίκου Παναγιωτόπουλου.

Τα νέα παιδιά ρωτούν πολλά, κυρίως όμως, «διεκδικούν την ελευθερία να λένε κάτι, χωρίς να χρειαστεί να γίνει συγκεκριμένο. Θέλουν απλώς να μιλήσουν κι εγώ από την άλλη προσπαθώ να τους πω ότι είναι υποχρεωμένος κάποιος να είναι σαφής. Αυτό δεν τους αρέσει, τους στενεύει πολύ».
Η απόσταση ανάμεσα στο σενάριο μιας ταινίας και την πεζογραφία «είναι τρομακτική». «Στο σινεμά περιγράφεις μόνο τι κάνει κάποιος, ενώ στην πεζογραφία, έχεις την πανάκριβη ελευθερία να κάνεις ό,τι θέλεις. Στο πρώτο ο μπελάς είναι ότι έχεις να συνεννοηθείς με πολλούς ανθρώπους, τον σκηνοθέτη και όσους εμπλέκονται στη διαδικασία μιας ταινίας. Στην πεζογραφία πρέπει να τα βρεις με τον εαυτό σου και την καρέκλα σου γιατί θα δαπανήσεις πάρα πολλές ώρες πάνω σ’ αυτήν. Ο εαυτός είναι ο πιο δύσκολος απ’ όλους».

Ο ίδιος γράφει άτακτα, χωρίς ωράριο, «γιατί κάνω πολλά πράγματα ταυτοχρόνως». Στο στάδιο της προετοιμασίας ενός μυθιστορήματος ή των διηγημάτων είναι διαρκώς με ένα σημειωματάριο και ένα μολύβι συγκεντρώνοντας υλικό. Το χαρακτηρίζει «χαρούμενο στάδιο». Το άλλο δεν είναι καθόλου έτσι. «Πρέπει να κάτσω στην καρέκλα και χρειάζομαι συγκεντρωμένο χρόνο για να γράψω».

Αραγε, ο κορωνοϊός επηρέασε τη θεματολογία; «Είναι πολύ νωρίς να το δούμε και είμαστε όλοι έκπληκτοι απέναντι σ’ αυτό που ζούμε. Τον φόβο για τους άλλους ανθρώπους». Ο κορωνοϊός δεν τον επηρέασε σε μεγάλο βαθμό, οι συγγραφείς είναι μαθημένοι να κλείνονται σπίτι. Του στοιχίζει ότι δεν μπορεί να δει τους φίλους του, ότι δεν βλέπει κάθε Κυριακή τη μητέρα του που πλησιάζει τα 90, ο φόβος μας ακόμη και για τη χειραψία. «Το μόνο που παρατηρώ στους ανθρώπους που κρύβονται πίσω από τη μάσκα είναι ότι το βλέμμα τους απέκτησε άλλη ένταση».