ΜΟΥΣΙΚΗ

Βραδιά με απαιτητική μουσική δωματίου του Φραντς Σούμπερτ

Βραδιά με απαιτητική μουσική δωματίου του Φραντς Σούμπερτ

Ο αποκλεισμός σημαντικού μέρους του συμφωνικού ρεπερτορίου είναι συνέπεια των περιορισμών που θέτουν τα μέτρα για τον κορωνοϊό. Αντίθετα, ευνοούνται οι μεταγραφές έργων με μεγάλη ενορχήστρωση, το ρεπερτόριο του μπαρόκ και η μουσική δωματίου. Ως προς την τελευταία, θα ευχόταν κανείς να μην είχε ανάγκη μια πανδημία για να έρθει στο προσκήνιο στη χώρα μας. Παραμένει όμως γεγονός ότι μετά τη διάλυση του Νέου Ελληνικού Κουαρτέτου κανένα άλλο σχήμα μουσικής δωματίου δεν εμφανίστηκε, υπερασπιζόμενο σε τακτική βάση ένα εξαιρετικά πλούσιο ρεπερτόριο για τρίο, κουαρτέτο, κουιντέτο, τα προηγούμενα με πιάνο και αρκετούς ακόμη συνδυασμούς.

Ετσι, υπήρξε ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη η παρουσίαση του Οκτέτου του Φραντς Σούμπερτ στην αίθουσα Δημήτρη Μητρόπουλου στις 11 Μαρτίου από μέλη της Ελληνικής Συμφωνικής Ορχήστρας Νέων. Πρόκειται για ένα από τα διασημότερα του είδους, που συνδυάζει εξίσου έγχορδα και πνευστά όργανα. Ολοκληρώθηκε την 1η Μαρτίου 1824 και ακολουθεί στενά ένα άλλο διάσημο έργο της εποχής, το Σεπτέτο του Μπετόβεν, γραμμένο περίπου είκοσι πέντε χρόνια νωρίτερα για τα ίδια όργανα, μείον το δεύτερο βιολί. Οχι τυχαία, το έργο παρήγγειλε στον Σούμπερτ ο γεννημένος στη Μοραβία Αυστριακός κόμης Φέρντιναντ Τρόγερ. Ο Τρόγερ υπήρξε στην υπηρεσία του αρχιδούκα Ροδόλφου, γνωστού θαυμαστή και υποστηρικτή του Μπετόβεν, ο οποίος του αφιέρωσε δεκατέσσερις συνθέσεις, ανάμεσα στις οποίες το «Τρίο του Αρχιδούκα», το «Αυτοκρατορικό» Κοντσέρτο για πιάνο, η Σονάτα «Χάμερκλαβιρ» και αυτή «του Αποχαιρετισμού», όπως και η Επίσημη Λειτουργία (Missa Solemnis). Ο Τρόγερ ήταν επίσης καλός ερασιτέχνης κλαρινετίστας. Αναφέρεται, μάλιστα, πως σε μία περίπτωση είχε συμπράξει με τον Μότσαρτ, ερμηνεύοντας με επιτυχία το σολιστικό μέρος του κλαρινέτου σε μία άρια από την όπερα «Η μεγαλοψυχία του Τίτου». Ετσι, λοιπόν, σε συνέχεια της δημοφιλίας που απολάμβανε το Σεπτέτο του Μπετόβεν, ο Τρόγερ ανέθεσε στον Σούμπερτ να συνθέσει ένα Οκτέτο. Το εκτενές έργο, σε έξι μέρη όπως και το πρότυπό του, πρωτοπαρουσιάστηκε στην κατοικία του Τρόγερ στη Βιέννη, φυσικά με τον ίδιο να αναλαμβάνει το μέρος του κλαρινέτου.

Στο Μέγαρο Μουσικής το έργο αποδόθηκε από τη μετακληθείσα Αλεξάνδρα Σουμ (α΄ βιολί) και τους Γιώργο Μπάνο (β΄ βιολί), Αλκηστη Μισούλη (βιόλα), Αναστασία Δεληγιαννάκη (τσέλο), Κωνσταντίνο Σηφάκη (κοντραμπάσο), Ανδρέα Ανθόπουλο (φαγκότο), Αγγελο Σιωρά (κόρνο) και Διονύση Γραμμένο στο κλαρινέτο. Καθένας από τους οκτώ μουσικούς είχε προετοιμάσει καλά το μέρος του. Ακόμη σημαντικότερο υπήρξε το γεγονός ότι η μεταξύ τους συνεργασία διέθετε την απαιτούμενη ακρίβεια, όπως φάνηκε ειδικά στις Παραλλαγές του τέταρτου μέρους. Η τονική ασφάλεια και η ακρίβεια στα έγχορδα υπήρξαν καθοριστικές για το άρτιο αποτέλεσμα, όπως επίσης ο στρογγυλός και δεξιοτεχνικά σίγουρος ήχος του Γραμμένου, στον αναβαθμισμένο ρόλο που δίνει ο συνθέτης στο κλαρινέτο. Η ερμηνεία ξεχώρισε για την πλαστικότητα που προϋποθέτει το λυρικό δεύτερο μέρος, αλλά εξίσου για τη διαφάνεια και τη σχεδόν ανάλαφρη διάθεση ενός ντιβερτιμέντο που ζητάει το τελευταίο.