ΒΙΒΛΙΟ

«Δεν θα την εγκαταλείψω ποτέ». Κι όμως την εγκατέλειψε…

Αναμένοντας δύο πολυσυζητημένες βιογραφίες του Φίλιπ Ροθ, το πορτρέτο του συγγραφέα από τον φίλο του Ντέιβιντ Πλαντ

«Δεν θα την εγκαταλείψω ποτέ». Κι όμως την εγκατέλειψε…

Λονδίνο, μέσα της δεκαετίας του ’70. Δύο φίλοι, συγγραφείς, συζητούν τα προσωπικά τους. Ο ένας είναι ο Καναδός Ντέιβιντ Πλαντ και ο άλλος ο Φίλιπ Ροθ. Κυρίως μιλάει ο δεύτερος. Γευματίζουν στο εστιατόριο «Λουίτζι’ς» στην περιοχή του Κόβεντ Γκάρντεν, κατόπιν πρόσκλησης του Ροθ. «Του ήταν αδύνατον εκείνη την ημέρα να αντιμετωπίσει το γραφείο του», όπως είπε στον Πλαντ, ο οποίος αφηγείται τη συνάντησή τους στο αυτοβιογραφικό χρονικό του «Worlds apart» (εκδ. Bloomsbury, 2015).

Τρώγοντας, ο Ροθ γκρινιάζει: «Ισως να μην έχω τίποτα πια για να γράψω. Εχω γράψει για το σεξ, για τις γυναίκες, για το τι σημαίνει να είσαι Εβραίος. Χρειάζομαι ένα νέο θέμα». 

Στη συνέχεια, μονολογεί για την Κλερ Μπλουμ, τη διάσημη Αγγλίδα ηθοποιό με την οποία συζούσε (θα ζήσουν μαζί συνολικά δεκαοκτώ χρόνια). «Δεν θα την εγκαταλείψω ποτέ», λέει κατηγορηματικά ο Ροθ. «Αν την εγκαταλείψω, μπορεί να αυτοκτονήσει. Μπορεί να αυτοκτονήσει και ενώ είμαστε μαζί, αλλά αυτό μπορώ να το αντιμετωπίσω επειδή ξέρω πως κάνω ό,τι μπορώ για να την υποστηρίξω. Είναι δύσκολο, είναι λες και κρατάς τον ένα τοίχο για να μην πέσει τη στιγμή που ένας άλλος τοίχος καταρρέει. Αν την εγκατέλειπα κι εκείνη κατέρρεε, δεν θα συνερχόμουν ποτέ. Επίσης, την αγαπώ». 

Κι όμως, ο Ροθ θα την εγκαταλείψει. Κάνοντας ένα fast-forward στις αρχές της δεκαετίας του ’90, τον βρίσκουμε να έχει επιστρέψει στην Αμερική χωρίζοντας την Μπλουμ (την οποία παντρεύτηκε το 1989, κατόπιν δικής της επιμονής), έπειτα από μια σειρά απίστευτων παλινωδιών και ακραίων εντάσεων. 

Την κοινή τους ζωή και τον άγριο χωρισμό τους θα περιγράψει η Μπλουμ στο δεύτερο μέρος της αυτοβιογραφίας της «Leaving a Doll’s House»: το πορτρέτο του Ροθ που σκιαγραφεί εκεί είναι ελάχιστα ελκυστικό. Ο ίδιος δεν θα συνέλθει ποτέ από την εικόνα που θα παραδώσει στο κοινό η πρώην του (η οποία όμως σήμερα παραδέχεται ότι η ζωή της με τον Ροθ ήταν «ό,τι καλύτερο έχει ζήσει»).

Επίσης, σε αντίθεση με εκείνη τη δήλωσή του ότι χρειαζόταν ένα νέο λογοτεχνικό θέμα, στην πραγματικότητα δεν θα αλλάξει καθόλου θεματολογία: θα συνεχίσει να γράφει για σεξ, για γυναίκες, για την εβραϊκότητα, για το ίδιο το γράψιμο – μονάχα που, ειδικά μετά τον χωρισμό του με την Μπλουμ, ο καμβάς του θα ανοίξει δραστικά, ανατέμνοντας τόσο την ανδρική επιθυμία, αυτή τη φορά κάτω από τη σκιά της φθοράς και του θανάτου, αλλά, κυρίως, τη σύγχρονη αμερικανική ιστορία και κουλτούρα. Μέσα στη δεκαετία του ’90 ο εξηντάχρονος πλέον Ροθ θα γράψει μερικά από τα καλύτερα βιβλία της ζωής του αλλά και της αμερικανικής λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα. Σαν να ξαναγεννήθηκε μετά τον χωρισμό του και τη μόνιμη επιστροφή του στην Αμερική. 

Αυτή τη στιγμή, το απόλυτο talk of the town στο αμερικανικό λογοτεχνικό σινάφι (του αγγλόφωνου κόσμου γενικότερα) είναι η ογκώδης (περί τις 900 σελίδες) βιογραφία του Ροθ από τον Μπλέικ Μπέιλι. Το βιβλίο κυκλοφόρησε την περασμένη Τρίτη στην Αμερική, αλλά εβδομάδες πριν είχαν αρχίσει εφημερίδες, περιοδικά και ιστοσελίδες να δημοσιεύουν κριτικές, παρουσιάσεις, συνεντεύξεις (με τον Μπέιλι), αποσπάσματα από τη βιογραφία.
«Λατρεύω την απιστία!»

Το βιβλίο του Μπέιλι (τον οποίο προσέλαβε ο Ροθ προτού πεθάνει τον Μάιο του 2018 ως επίσημο βιογράφο του και ο οποίος έχει στο ενεργητικό του δύο εξαιρετικά επιτυχημένες βιογραφίες δύο άλλων σπουδαίων σύγχρονων Αμερικανών συγγραφέων, του Ρίτσαρντ Γέιτς και του Τζον Τσίβερ) κυκλοφορεί σε μια εποχή αναβρασμού εξαιτίας του #MeToo και ο Ροθ δεν θα μπορούσε παρά να είναι υπ’ αριθμόν ένα στόχος του κινήματος. Αλλωστε, οι φεμινίστριες τον είχαν βάλει στο μάτι ήδη από τη δεκαετία του ’70. Πόσο μάλλον όταν εδώ έχουμε μια εξαντλητική καταγραφή του βίου του: των ερώτων του, των δύο καταστροφικών γάμων του, των απιστιών του («Θεέ μου, λατρεύω την απιστία!», εξομολογείται με μιαν ευφορία στον Μπέιλι), των «σόκιν» αστείων του που σήμερα φαντάζουν χονδροειδώς σεξιστικά (σε κάποιες αναγνώστριες έστω). 

Μάλιστα, μια πρώτη κριτική της βιογραφίας είναι ότι δίνει πολύ μεγάλη έμφαση στη «ροζ» πλευρά της ζωής του συγγραφέα παρά στο έργο του. Ηδη η προσκείμενη στο MeToo κριτική ακονίζει τα μαχαίρια της, ωθώντας κάποιους να μιλήσουν για απόπειρα «μεταθανάτιας ακύρωσης» του Ροθ ως συγγραφέα. Η λογική της «ακύρωσης» εξάλλου είναι κομβική σε αυτό το άτυπο κύμα νεοφεμινισμού και της πολιτικής ορθότητας, το οποίο, έτσι κι αλλιώς, έχει πολλές αποχρώσεις (η εικασία μας είναι ότι ο Ροθ θα βρει ακόμα και εκεί υποστηρικτές – αν όχι του χαρακτήρα του, τότε του έργου του).
Για το βιβλίο του Μπέιλι θα επανέλθουμε, καθώς το περιμένουμε να φτάσει στα χέρια μας σύντομα. Μαζί με αυτό, θα μιλήσουμε, όταν έρθει η ώρα, για ακόμη ένα βιβλίο: βλέπετε, η βιογραφία του Μπέιλι κυκλοφόρησε ταυτόχρονα με μια άλλη, «ανεπίσημη» βιογραφία του Ροθ: το «Philip Roth: A Counterlife» του Αϊρα Ναϊντέλ. Υποτίθεται ότι πρόκειται για μια πιο λογοτεχνική προσέγγιση από έναν συγγραφέα τον οποίο ο Ροθ προσπάθησε με κάθε νομικό μέσο να αποτρέψει από το να γράψει το βιβλίο του. Μάλλον θα έχει πλάκα όλο αυτό. Για να δούμε.