ΒΙΒΛΙΟ

Πουτανέσκα και τιραμισού ή πώς περνάει ο χρόνος δημιουργικά στο μπορντέλο

poytaneska-kai-tiramisoy-i-pos-pernaei-o-chronos-dimioyrgika-sto-mporntelo-561325897

Στην εικονογραφημένη «Ιστορία του αγοραίου έρωτα» (εκδ. Thames & Hudson, προσεχώς στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καπόν), η Κέιτ Λίστερ μας πληροφορεί πως τα πρώτα χρόνια της Αναγέννησης, σε πόλεις σαν τη Βενετία, απαγόρευαν διά νόμου σε άνδρες τη διαχείριση των μπορντέλων. Αντιθέτως, τοποθετούσαν μεγαλύτερης ηλικίας γυναίκες, γνωστές ως ματρόνες, να κάνουν τη δουλειά, να πληρώνουν τους φόρους της επιχείρησης στο κράτος κ.ο.κ. 

Ο κύριος Γκρι, λάτρης της ιταλικής κουζίνας (ποιος δεν είναι εξάλλου;), υπογραμμίζει ορισμένες λεπτομέρειες γαστριμαργικού περιεχομένου: το διάσημο ιταλικό γλυκό τιραμισού, διαβάζει στο ωραίο βιβλίο της Λίστερ, λέγεται ότι επινοήθηκε στα μπορντέλα για να ανεβάζει τα φθίνοντα επίπεδα ενέργειας. 

«Το πιο νόστιμο», σχολιάζει τώρα ο κύριος Γκρι, «είναι πως και η σάλτσα πουτανέσκα, που ετυμολογικά μεταφράζεται “μαγειρεμένη με τον τρόπο της πουτάνας”, λέγεται ότι τρωγόταν στα μπορντέλα από τις κοπέλες κατά την ανάπαυλα μεταξύ πελατών». 

Ισως όχι τόσο ενδιαφέρον όσο η πουτανέσκα ή το τιραμισού είναι ότι στην Ιταλία της Αναγέννησης οι φτωχότερες πόρνες ήταν γνωστές ως cortigiane di candela (πόρνες του κεριού) και cortigiane da gelosia e da impannata (πόρνες της ζήλιας και του πανικού). Μετά υπήρχαν οι cortigiane domenicali (πόρνες της Κυριακής – δούλευαν μόνο περιστασιακά), στην κορυφή όμως ήταν οι cortigiane oneste (έντιμες πόρνες), εξαιρετικά μορφωμένες, καλλιεργημένες γυναίκες, που συντηρούνταν από πλούσιους και ισχυρούς άνδρες. 

Τέτοια περίπτωση ήταν η η Τούλια ντ’ Αραγόνα και η Γκασπάρα Στάμπα, οι οποίες θεωρούνταν από τις πλέον διαπρεπείς ποιήτριες και φιλοσόφους της εποχής τους. «Προσωπικά», λέει ο κύριος Γκρι, «ξεχωρίζω την Αντζελα ντελ Μόρο, η οποία απαθανατίστηκε στο έργο του Τιτσιάνο “Αφροδίτη του Ουρμπίνο” το 1534».

Η πρώτη όμως διάσημη πόρνη της Ιταλίας ήταν η Ιμπέρια Κονιάτι, γνωστή ως Ιμπέρια λα Ντιβίνα (Θεϊκή Αυτοκράτειρα ή Βασίλισσα των Πορνών). Λέγεται ότι πατέρας της ίσως να ήταν ο Πάρις ντε Γκράσις, τελετάρχης του Πάπα Ιουλίου Β΄. Στα είκοσί της απολάμβανε την προστασία του Αγκοστίνο Κίτσι, τραπεζίτη από τη Σιένα και ενός από τους πλουσιότερους άνδρες στην Ιταλία, με τον οποίο απέκτησε και δύο κόρες.

Η Ιμπέρια διατηρούσε παλάτι στη Ρώμη, βίλα στην εξοχή, ενώ στους άλλους πελάτες της συμπεριλαμβάνονταν ο τραπεζίτης Αντζελο ντι Μπουφάλο, ο παπικός γραμματέας Αντζελο Κολότσι και ο ζωγράφος Ραφαήλ. 

Η μεγαλοπρεπής Ιμπέρια είχε άδοξο τέλος: πέθανε από πιθανή δηλητηρίαση στις 15 Αυγούστου του 1512, στα 26 της. Η κηδεία της, που καλύφθηκε από τον Κίτσι, ήταν μεγάλο γεγονός. Η Βασίλισσα των Πορνών αναπαύεται στον ναό του Αγίου Γρηγορίου στο Τσέλιο της Ρώμης.