ΒΙΒΛΙΟ

Το ελληνικό τοπίο ως ένα ανεξάντλητο αίνιγμα

Ενας ξένος στην Ελλάδα του 1797

to-elliniko-topio-os-ena-anexantlito-ainigma-561326134

Α.- L.CASTELLAN
Μελίκα: μια μοραΐτικη ιστορία
Μετάφραση – εισαγωγή: 
Ιφιγένεια Μποτουροπούλου
εκδ. Στερέωμα, 2021, σελ. 136

to-elliniko-topio-os-ena-anexantlito-ainigma0Ο Γάλλος αρχιτέκτονας, ζωγράφος και χαράκτης Αντουάν Λωράν Καστελλάν (1772-1838) φτάνει στην Ελλάδα το 1797, συμμετέχοντας σε μια γαλλική αποστολή εκτέλεσης οθωμανικών λιμενικών έργων, η οποία επέστρεφε από την Κωνσταντινούπολη. Δημοφιλής την εποχή εκείνη ήταν η «μεγάλη ταξιδιωτική περιήγηση» ή grand tour των Αγγλων και Γάλλων ευγενών στα αρχαία ερείπια της Ελλάδας και της Ιταλίας. Ο Καστελλάν με τους συνταξιδιώτες του θα βρεθούν στη νότια Πελοπόννησο, στην παράκτια τοποθεσία Επίδαυρο Λιμηρά, αρχαία πόλη που βρίσκεται στα βόρεια της Μονεμβασιάς. Εκεί θα εκπλαγούν από την εμφάνιση ενός περιπλανώμενου ραψωδού. Με τη συνοδεία έγχορδου οργάνου, αρχίζει μπροστά τους να απαγγέλλει με μελίσματα μία τοπική ιστορία που μεταφράζει συγχρόνως ο δραγουμάνος τους. Η γαλλική μεσαιωνική παράδοση των περιπλανώμενων τροβαδούρων της Προβηγκίας, που τραγουδούσαν στην οξιτανική γλώσσα, ταυτίζεται συνειρμικά στον νου του Καστελλάν με την εικόνα του Ελληνα αοιδού. Αυτή η εμπειρία του θα συμπεριληφθεί κατόπιν στις ταξιδιωτικές σημειώσεις του, που εκδίδονται στη Γαλλία υπό μορφήν επιστολών, με τίτλο «Μελίκα: μια μοραΐτικη ιστορία σε δημώδη ελληνική γλώσσα» (Επιστολή Ενατη). Στην πλούσια βιβλιογραφία που αφορά τους ξένους περιηγητές στην Ελλάδα μεταξύ 1700-1800, ελάχιστα στοιχεία σώζονται για την παρουσία λαϊκών αοιδών. Η μαρτυρία του Καστελλάν αποτελεί μοναδική λαογραφική καταγραφή.

Ταυτόχρονα, ο Καστελλάν παρατηρεί στο αινιγματικό ελληνικό τοπίο τα «έργα της φύσης», όπως αποκαλεί τα σπαρμένα «παράξενα θράψαλα» από πετρώματα γρανιτών, χρωματιστών σχιστόλιθων, κρυστάλλων και μαρμάρων, συγκρίνοντάς τα με εκείνα της Ιταλίας, διερωτώμενος αν η ύπαρξη των αρχαίων ελληνικών λατομείων που οι Ρωμαίοι λεηλάτησαν έχει λησμονηθεί σε αυτόν τον τόπο.

Ο πλανόδιος μουσικός προσφέρει μια σπάνια γνώση για τον χαρακτήρα εκείνων των «πρωτόγονων» Ελλήνων με καταγωγή από τον Μοριά του Βυζαντίου. Γλαφυρά σκιαγραφεί τους κατοίκους της απόκρημνης ενδοχώρας, τριγυρισμένους από απρόσιτα βουνά, που αποτελούν φυσικά σύνορα και τείχη των μικρών καλλιεργημένων τους κοιλάδων. Τα προαιώνια ήθη και έθιμά τους φέρουν ψήγματα από τα ελληνιστικά, βουκολικά ειδύλλια του Θεόκριτου, τα διδακτικά έπη του Ησίοδου για την ειρηνική συμβίωση του ανθρώπινου γένους και τις μυθικές περιπέτειες των ηρώων του Ομήρου.

Η «Μελίκα» ενσωματώνει στα περιστατικά και στους πρωταγωνιστές στοιχεία ανάμειξης της κουλτούρας Δύσης και Βαλκανικής χερσονήσου. Ετσι, ο νεαρός Βενετσιάνος πειρατής Φιορέλι θα επιτεθεί στη Μονεμβασιά με τον στόλο του πατέρα του. Το πλοίο του ναυαγεί και άγριοι ληστές Μοραΐτες θα τον περιθάλψουν, χωρίς να γνωρίζουν την αληθινή του ταυτότητα. Φιλοξενείται στη σπηλιά τους και δείχνει την ευγνωμοσύνη του βοηθώντας με ζέση στις αγροτικές εργασίες. Ο Φιορέλι, ψάχνοντας τον πατέρα του, περιπλανιέται μέσα στις φυσικές ομορφιές της κοιλάδας μέχρι να βρεθεί μπροστά στη νεαρή Ελληνίδα Μελίκα, που μοιάζει με νύμφη των πηγών και του άλσους. Την ερωτεύεται, ενώ προσκαλείται από τον πατέρα της Ρομέκο, αρχηγό των Μοραϊτών, να διαμείνει στην οικία τους. Ο πολυταξιδεμένος Ρομέκο (προέρχεται από Σλάβους που αποίκησαν την Πελοπόννησο κατά τη βυζαντινή εποχή) γνωρίζει τη γλώσσα του φιλοξενούμενού του Φιορέλι. Μελίκα και Φιορέλι φλερτάρουν ανταλλάσσοντας στίχους των αναγεννησιακών Ιταλών ποιητών Τορκουάτο Τάσσο και Λουντοβίκο Αριόστο, καθώς και του Ιρανού ποιητή Χαφέζ. Υστερα από πολλές περιπέτειες, ο έρωτας και οι δεσμοί φιλίας θα κρατήσουν τον Φιορέλι στον Μοριά, όπου ιδρύει μια αποικία αφού πάρει γυναίκα του τη Μελίκα, που θα φέρει στον κόσμο το παιδί τους. Μέσα από παραμυθιακά μοτίβα, διανθίζεται η ιστορία της κοσμοπολίτικης Μονεμβασιάς. Η νησίδα παίρνει το όνομα της «μόνης έμβασης» μετά τον ισχυρότατο σεισμό που την ξεχώρισε από την ακτή το 375 μ.Χ. Κατά την Τουρκοκρατία, η καστροπολιτεία μισοκαταστρέφεται, λόγω της πειρατείας Ενετών που θέλουν να ανακαταλάβουν τη βίγλα των Τούρκων με τη μεγάλη στρατηγική σημασία, εφόσον βρίσκεται στο πέρασμα μεταξύ Δύσης, Μεσογείου και Ανατολής. Στην αφήγηση του ραψωδού, τόσο ο Ρομέκο με βυζαντινή, ελληνοσλαβική καταγωγή, όσο και ο δυτικός Φιορέλι, παρουσιάζονται ως ενάρετοι διαφωτιστές που θα προσφέρουν στους Μοραΐτες τους καρπούς του πνεύματος και του πολιτισμού, χωρίς να διαφθείρουν την ψυχή τους. Η επιστολή του Καστελλάν επανεκδίδεται το 1820, γεγονός διόλου τυχαίο. Τα ιδεώδη του προεπαναστατικού φιλελληνισμού βρίσκονται εν σπέρματι στη γοητευτική ιστορία της «Μελίκα», όνομα που παραπέμπει στο «μέλος», το άσμα καθαυτό.