ΒΙΒΛΙΟ

Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου: Οι αφανείς ήρωες των εκδόσεων στην «Κ»

pagkosmia-imera-vivlioy-oi-afaneis-iroes-ton-ekdoseon-stin-k-561341149

Υπάρχει κάτι παράδοξο όταν βάζουμε δίπλα δίπλα τις λέξεις «βιβλίο» και «πανδημία». Από τη μια πλευρά, ένα χρόνο τώρα γράφουμε και συζητάμε για το πολύμηνο κλείσιμο των βιβλιοπωλείων, για την ακύρωση των μεγάλων εκθέσεων και τη μεταφορά τους στο Διαδίκτυο, για τις παρουσιάσεις που πλέον γίνονται μόνο «ζουμαριστές», για τους συγγραφείς που χάνουν την επαφή με το κοινό τους. Από την άλλη πλευρά, όμως, οι πωλήσεις βιβλίων όχι μόνο δεν σταμάτησαν, αλλά αυξήθηκαν τον καιρό του lockdown, οι βιβλιοπώλες ανέπτυξαν ψηφιακές υπηρεσίες αλλά και τα δικά τους δίκτυα διανομής, οι αγορές βιβλίων τα Χριστούγεννα του 2020 σημείωσαν ρεκόρ πωλήσεων, οι εκδότες δεν ανέστειλαν το εκδοτικό τους πρόγραμμα και, έστω και με ένα μικρό διάλειμμα ολίγων μηνών, νέα βιβλία γέμισαν τις προθήκες των (ψηφιακών και κανονικών) βιβλιοπωλείων. Ας μην ξεχνάμε ότι σε βιβλία καταφύγαμε για να ερμηνεύσουμε την πανδημία και τις επιπτώσεις της, είτε ξαναδιαβάζοντας την «Πανούκλα» του Καμύ είτε αναζητώντας πληροφορίες για τις επιδημίες του παρελθόντος, άλλα βιβλία μάς έδειξαν πώς να μαγειρεύουμε και να φτιάχνουμε ψωμί στην καραντίνα, διαβάσαμε πάλι τους μεγάλους κλασικούς, βιβλία απασχόλησαν δημιουργικά τα παιδιά και τους ενηλίκους και πάλι σε αυτά στραφήκαμε για να γιορτάσουμε τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση του 1821.

Ολα καλά λοιπόν με το βιβλίο; Η απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα δεν μπορεί να είναι μονολεκτική. Το βέβαιο όμως είναι ότι το βιβλίο, ως πνευματικό αγαθό και ως προϊόν, δοκίμασε τις αντοχές του και αποδείχθηκε ανθεκτικό τόσο στο εξωτερικό όσο και στην Ελλάδα, όμως με έναν «αστερίσκο»: ότι ίσως είναι ακόμα νωρίς για να φανούν τα τυχόν βαθύτερα τραύματα που μπορεί να άνοιξαν οι πληγές της πανδημίας στην αγορά του βιβλίου και στα επαγγέλματα που συνδέονται με αυτό. Με αφορμή τη σημερινή Παγκόσμια Ημέρα του Βιβλίου αποφασίσαμε στην «Κ» να κινηθούμε πέρα από το προφανές. Αντί να δώσουμε τον λόγο σε εκδότες και συγγραφείς, όπως κάναμε το προηγούμενο χρονικό διάστημα, μιλήσαμε με επαγγελματίες που εργάζονται στις λιγότερο ορατές ειδικότητες του βιβλίου: μετάφραση, επιμέλεια/διόρθωση, επικοινωνία, σχεδιασμός εξωφύλλων. Χωρίς αυτούς, τα βιβλία που έχετε στη βιβλιοθήκη σας θα έφθαναν πολύ δύσκολα στα χέρια σας ή και καθόλου.

Οι αλλαγές που έφερε η πανδημία στον τρόπο δουλειάς μας

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΓΙΑΝΝΑΡΟΥΔΗ
Επιμελήτρια

Η πανδημία δεν άλλαξε την καθημερινότητα της Δέσποινας Γιανναρούδη, όπως έγινε με άλλους επαγγελματίες. Ο όγκος της δουλειάς της παρέμεινε γενικά αμετάβλητος, με μια μικρή εξαίρεση στην αρχή της πανδημίας, πέρυσι, τον Μάρτιο του 2020, όταν οι εκδόσεις «πάγωσαν» για λίγο. Οι επιμελητές, όπως και οι μεταφραστές, είναι ένα επάγγελμα κατά παράδοση «μοναχικό», που γίνεται από το σπίτι. Αυτό που άλλαξε, ωστόσο, ήταν ότι το «μοναχικό» επάγγελμά της… άνοιξε περισσότερο, με ανάμεικτα αποτελέσματα. Το σπίτι χωρίστηκε στα τρία, με την ίδια και την οικογένειά της να μοιράζονται τους υπολογιστές και το Διαδίκτυο για δουλειές και μαθήματα. «Δεν μπορούσα να είμαι απερίσπαστη στη δουλειά μου και άλλαξα το πρόγραμμά μου. Δουλεύω περισσότερο το βράδυ ή το μεσημέρι, όσο η κόρη μου κάνει τηλεκπαίδευση», μας λέει. Οι αμοιβές των επιμελητών, σημειώνει, ήταν ήδη μειωμένες πριν από το ξέσπασμα της πανδημίας και παραμένουν χαμηλές σε σχέση με τους κινδύνους από τους οποίους διασώζουν τους συγγραφείς και τα βιβλία. Το ιδανικό για τον κλάδο τους θα ήταν οι αμοιβές να ξεκινούσαν από τα 80 ευρώ ανά 16 σελίδες, αλλά σήμερα ο μέσος όρος κυμαίνεται περίπου στο μισό. Μια άλλη ιδιαιτερότητα για την ελληνική αγορά είναι ότι συνήθως δεν διαχωρίζεται ο επιμελητής από τον διορθωτή των κειμένων. Οι εκδοτικοί οίκοι πάντως είναι κάπως μοιρασμένοι, λέει η κ. Γιανναρούδη, με άλλους να επιμένουν στην καλή και εις βάθος επιμέλεια ενός βιβλίου και άλλους να ενδιαφέρονται μόνο να μην εκτεθούν.
Οπως ήταν μάλλον φυσικό, βρήκε συντροφιά στα βιβλία αυτή την περίοδο και εκείνα που απόλαυσε ήταν τα εξής: «Κορίτσι, γυναίκα, άλλο» της Μπερναντίν Εβαρίστο (εκδ. Gutenberg), «Μαύρο νερό» του Μιχάλη Μακρόπουλου (εκδ. Κίχλη), «Χάθηκε βελόνι» του Χρήστου Αρμάντου Γκέζου (υπό έκδοση, Μεταίχμιο).

ΜΙΧΑΛΗΣ ΛΑΛΙΩΤΗΣ
Μεταφραστής

Δεν άλλαξε συνήθειες, αλλά ώρες, ο μεταφραστής Μιχάλης Λαλιώτης εξαιτίας της πανδημίας. Η μετάφραση βιβλίων είναι επίσης ένα επάγγελμα που χρειάζεται ησυχία, συγκέντρωση και απομόνωση. Ωστόσο, η παραμονή πολλών ατόμων στο σπίτι άλλαξε το καθημερινό του πρόγραμμα και ο ίδιος έζησε την επιμήκυνση του χρόνου εργασίας, όπως πολλοί επαγγελματίες που δουλεύουν από απόσταση. «Πλέον μου ήταν αδύνατον να δουλέψω πρωινές ώρες, όπως πριν, όταν το παιδί πήγαινε στο σχολείο. Η δουλειά κατακερματιζόταν και απλωνόταν μέσα σε όλη τη μέρα», μας λέει.

Ο ίδιος δεν είδε τη δουλειά του να μειώνεται, καθώς το θετικό με το επάγγελμα του μεταφραστή είναι ότι πάντα εργάζεται για ένα βιβλίο που συνήθως θα εκδοθεί μετά έξι ή περισσότερους μήνες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, η καραντίνα λειτούργησε αντίστροφα σε σχέση με τις προθεσμίες παράδοσης της δουλειάς του.

Οι αποδοχές των freelancers μεταφραστών μειώθηκαν, μας λέει, κατά τη δεκαετία της οικονομικής κρίσης και ποτέ δεν ανέκαμψαν. «Τη μεγαλύτερη δυσκολία αντιμετωπίζουν οι νέοι μεταφραστές που προσπαθούν να μπουν στη δουλειά. Το άνοιγμα βιβλίων στην εφορία είναι ασύμφορο για κάποιον που δεν έχει κλείσει πολλές δουλειές για να καλύψει ένα χρόνο», σημειώνει και συμπληρώνει πως ο χρόνος παράδοσης (που είναι διαφορετικός ανάλογα με τον όγκο του βιβλίου και το περιεχόμενο) είναι ένας παράγοντας καθοριστικός για τη δουλειά τους. Ο κλάδος τους διεκδικεί την καθιέρωση μιας μίνιμουμ αμοιβής (τουλάχιστον 10 ευρώ/σελίδα) και δικαιωμάτων, αλλά υπάρχουν, όπως μας λέει, περιπτώσεις εκδοτών που προσφέρουν ακόμη χαμηλότερες αμοιβές.

Ενα (καλομεταφρασμένο) βιβλίο που μας προτείνει είναι το δοκίμιο «Το κύμα μέσα στο μυαλό» της Ούρσουλα Λεγκέν από τις εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες, σε μετάφραση των Βικτώριας Αρδίτη και Νίκου Κούρκουλου.

pagkosmia-imera-vivlioy-oi-afaneis-iroes-ton-ekdoseon-stin-k0ΖΩΗ ΜΠΕΛΛΑ-ΑΡΜΑΟΥ
Διευθύντρια και υπεύθυνη, αντίστοιχα, των σειρών Aldina και Orbis Literae των εκδόσεων Gutenberg

Κανένα βιβλίο της Aldina και της Orbis Literae, των δύο σειρών ξένης λογοτεχνίας των εκδόσεων Gutenberg που η Ζωή Μπέλλα-Αρμάου διευθύνει και επιμελείται αντίστοιχα, δεν φεύγει για το τυπογραφείο χωρίς τη δική της έγκριση. Φυσικά, ο ρόλος της αρχίζει πολύ νωρίτερα, από την επιλογή των τίτλων που διαθέτουν οι εκδοτικοί οίκοι και οι ατζέντηδες του εξωτερικού. Είναι μια δουλειά που βασίζεται στην ηλεκτρονική επικοινωνία, επομένως λίγο επηρεάστηκε από την πανδημία.

«Το κομμάτι που επηρεάστηκε είναι η προσωπική επικοινωνία», λέει η Ζωή Μπέλλα-Αρμάου. «Η συνεννόηση με τους επιμελητές, τους διορθωτές, τους μεταφραστές γίνεται πλέον ηλεκτρονικά, κάτι που επηρέασε το φιλικό περιβάλλον που αναπτύσσεται όταν μιλάς με ένα συνεργάτη σου. Οταν βρίσκεται κοντά σου και του ζητάς να εξηγήσει μια επιλογή του, έχεις το περιθώριο να επιχειρηματολογήσεις και να ακούσεις το επιχείρημά του, να γίνει μια διαπραγμάτευση. Είναι κάτι που συμβαίνει διαρκώς στα βιβλία μας και νομίζω ότι οι συνεργασίες μας πετυχαίνουν. Στερηθήκαμε όμως τη δυνατότητα να πίνουμε καφέ παρέα και να διορθώνουμε, να συζητάμε, να ανακαλύπτουμε πράγματα».

Σε κάθε περίπτωση, οι τίτλοι που μεταφράστηκαν, διορθώθηκαν και τελικά κυκλοφόρησαν από την Aldina και την Orbis Literae δεν επιλέχθηκαν με όρους πανδημίας. «Δεν προτιμήσαμε κάποιο βιβλίο που να είναι πιο ανακουφιστικό, αναγνώσιμο ή εύκολο», τονίζει η κ. Μπέλλα-Αρμάου. Και όπως είναι μάλλον επόμενο, από τη δεξαμενή της Aldina προέρχεται και το ανάγνωσμα που προτείνει. «Είναι το “Πέρασμα του μακελάρη” του Τζον Γουίλιαμς», λέει στην «Κ». «Είναι ένα βιβλίο-έπος που θέλει γερά νεύρα και δυνατή στόχευση από τον αναγνώστη, γιατί μιλάει για μια υπέρβαση του εαυτού. Με συγκλόνισε. Ενώ είχα παράλληλα καθήκοντα, δεν μπορούσα να το αφήσω».

ΝΤΟΡΑ ΤΣΑΚΝΑΚΗ
Διευθύντρια επικοινωνίας των εκδόσεων Μεταίχμιο

Η μεγαλύτερη αλλαγή που επέφερε η καραντίνα στη δουλειά της Ντόρας Τσακνάκη ήταν η προφανής: η τηλεργασία. «Μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα έπρεπε να τη συνηθίσουμε και να γίνουμε όλοι εγγράμματοι σε αυτό τον τομέα», λέει η διευθύντρια επικοινωνίας των εκδόσεων Μεταίχμιο.

Οφέλη υπήρξαν, όπως λόγου χάρη η αύξηση της παραγωγής με τη βοήθεια ενός υπολογιστή που, αντί να κλείνει μετά τις ώρες γραφείου, παρέμενε ανοιχτός. Χάθηκε όμως και κάτι σημαντικό.

«Χάθηκε το brainstorming, η διάδραση με τους συναδέλφους που προσφέρει η φυσική παρουσία στο γραφείο», εξηγεί μια επαγγελματίας που δουλειά της είναι, μεταξύ άλλων, οι δημόσιες σχέσεις και η διοργάνωση εκδηλώσεων. «Υπό κανονικές συνθήκες», συνεχίζει, «μπορεί να ακούσεις κάτι από ένα συνάδελφο και να πάει το μυαλό σου ένα βήμα παρακάτω. Γίνονταν διαδικτυακές συναντήσεις, όμως έπρεπε να έχουμε δουλέψει πρώτα ατομικά και έπειτα να συνεννοηθούμε. Χάθηκε το στοιχείο του αυθορμητισμού».

Ειδικά το κομμάτι των εκδηλώσεων μεταμορφώθηκε εντελώς, με τρόπους επίσης προφανείς. «Οι συγγραφείς χρειάστηκε να προσεγγίσουν το κοινό τους ψηφιακά, αλλά κι εμείς να τους απευθυνθούμε με δράσεις διαδικτυακές, που να αφορούν όλους τους τύπους των αναγνωστών. Κάπως έτσι άλλαξε το job description όλων όσοι ασχολούνται με την επικοινωνία, καθώς κλήθηκαν να μάθουν τα πάντα για όλες τις πλατφόρμες που μπορούν να φιλοξενήσουν online εκδηλώσεις», παρατηρεί η Ντόρα Τσακνάκη.

Στα διαστήματα που τα βιβλιοπωλεία παρέμεναν κλειστά, όλα τα παραπάνω αποκτούσαν ακόμα μεγαλύτερη σημασία, μέχρι που τελικά, τουλάχιστον από τη σκοπιά των εκδόσεων Μεταίχμιο, παρατηρήθηκε ότι στον καιρό της πανδημίας το βιβλίο κέρδισε αναγνώστες. Είναι και αυτός ένας λόγος που οι εργαζόμενοι της εταιρείας, ενώ στο πρώτο lockdown τέθηκαν σε αναστολή σε ποσοστό 95%, τελικά επέστρεψαν στις θέσεις τους από την 1η Μαΐου 2020.

Ισως η υπομονή να είναι γενικά το «κλειδί»: «Διάβασα πολύ σε αυτό το διάστημα, αλλά το βιβλίο που ξεχωρίζω είναι “Η έρημος των Ταρτάρων” (εκδ. Μεταίχμιο) του Ντίνο Μπουτζάτι», καταλήγει η κ. Τσακνάκη. «Δεν έχω διαβάσει κάτι καλύτερο για το πέρασμα του χρόνου και για τη ματαιότητα του να περιμένεις κάτι χωρίς να καταλαβαίνεις πως η ζωή περνά».

ΝΙΚΟΣ ΚΡΑΨΗΣ
Γραφίστας στις εκδόσεις Πατάκη

Είναι μια αρκετά χαρακτηριστική εικόνα στη δουλειά ενός γραφίστα που φιλοτεχνεί και εξώφυλλα βιβλίων: ο ίδιος κάθεται στον υπολογιστή και, από πάνω του, δύο άνθρωποι δέχονται, τροποποιούν ή και απορρίπτουν τις προτάσεις του.

Στη διάρκεια της πανδημίας η εικόνα άλλαξε, όχι όμως και η κεντρική ιδέα. «Ακόμα συζητάμε με τους εκδότες και τους συγγραφείς, από τους οποίους κάποιοι έχουν άποψη για το εξώφυλλο του βιβλίου, ενώ άλλοι θέλουν να τους προτείνεις κάτι εσύ», λέει ο Νίκος Κράψης των εκδόσεων Πατάκη και συνεχίζει: «Πλέον η επικοινωνία γίνεται μέσω e-mail. Το πρόβλημα είναι ότι οι συγγραφείς έχουν συνήθως έναν απλό υπολογιστή, που δεν αποδίδει κανονικά τα χρώματα. Αν λοιπόν κάποιος θέλει να δει το τυπωμένο δοκίμιο του εξωφύλλου, του το στέλνουμε στο σπίτι».

Και αν σε αυτές τις περιπτώσεις τα εμπόδια ξεπερνιούνται σχετικά εύκολα (ενίοτε και ευκολότερα, μιας και οι πιο «παρεμβατικοί» συγγραφείς έχουν ελαφρώς αποδυναμωθεί), δεν ισχύει το ίδιο με τα παιδικά βιβλία, όπου η εικονογράφηση αφθονεί. «Στα παιδικά, κάθε σελίδα είναι ένα τετράχρωμο εικαστικό έργο και ο εικονογράφος θέλει να έχει άποψη. Συχνά διορθώνει και τη δική του δουλειά. Για να συμβεί αυτό στην καραντίνα, χρειάστηκε κάποιοι να έρθουν στον εκδοτικό οίκο λαμβάνοντας μέτρα προστασίας. Εκεί, λοιπόν, έγινε πιο δύσκολη, πιο χρονοβόρα η εργασία», λέει ο Νίκος Κράψης.

Εικαστικού ενδιαφέροντος είναι και η βιβλιοφιλική πρότασή του. «Διαβάζω κόμικς», καταλήγει, «και πρόσφατα μου άρεσε το “Ο συλλέκτης – Εξι διηγήματα για έναν κακό λύκο” του Soloup (εκδ. Ικαρος). Μου άρεσε η εικονογράφηση, αλλά και οι ιστορίες του, που έχουν σχέση με τις ζωές των ανθρώπων και με την Αθήνα τού σήμερα».