ΒΙΒΛΙΟ

Ο Προυστ, αντίδοτο στον πόλεμο

Οι διαλέξεις που κράτησαν όρθιους Πολωνούς αιχμαλώτους το 1940-41

o-proyst-antidoto-ston-polemo-561342163

o-proyst-antidoto-ston-polemo0«Συλλογιζόμουνα τότε με συγκίνηση ότι ο Προυστ, μέσα στην υπερθερμασμένη και επενδυμένη με φελλό κάμαρά του, θα ένιωθε πολύ ξαφνιασμένος και ίσως συγκινημένος μαθαίνοντας πως, είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του, κάποιοι φυλακισμένοι Πολωνοί, μετά από μια ολόκληρη μέρα μέσα στο χιόνι και στο κρύο, που άγγιζε συχνά τους μείον σαράντα βαθμούς, άκουγαν με έντονο ενδιαφέρον την ιστορία της δούκισσας ντε Γκερμάντ, τον θάνατο του Μπεργκότ και όλα όσα μπορούσα να θυμηθώ από εκείνον τον κόσμο των πολύτιμων ψυχολογικών ανακαλύψεων και της λογοτεχνικής ομορφιάς».

Ο Γιόζεφ Τσάπσκι (1896-1993) ο οποίος μιλάει παραπάνω, ήταν καλλιτέχνης, συγγραφέας και κριτικός. Ηταν επίσης αξιωματικός του πολωνικού στρατού το 1940 και από τους ελάχιστους Πολωνούς ένστολους που γλίτωσαν από τη μαζική σταλινική σφαγή στο δάσος του Κατίν. Βρέθηκε, μαζί με άλλους συμπατριώτες  του αιχμάλωτος, επέζησε του πολέμου και αργότερα κατέφυγε στο Παρίσι, όπου υπήρξε συνιδρυτής της μηνιαίας επιθεώρησης «Kultura», από τα πλέον επιδραστικά πολιτιστικά πολωνικά έντυπα του περασμένου αιώνα.  Σε αυτό το περιοδικό δημοσιεύθηκε το 1948 μέρος των διαλέξεων του Τσάπσκι με τον τίτλο «Ο Προυστ στο Γκριαζόβιετς». Οι διαλέξεις αυτές εκφωνήθηκαν το 1940-1941 για τους συγκρατούμενούς του. Το κείμενο δακτυλογραφήθηκε στα γαλλικά το 1943 ή στις αρχές του 1944 βάσει τετραδίων από τα οποία μονάχα ένα μέρος γλίτωσε από την καταστροφή. Αυτές οι διαλέξεις πρόκειται να κυκλοφορήσουν σε λίγες ημέρες και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ποταμός, με τον τίτλο «Ο Προυστ αντίδοτο στην κατάρρευση. Διαλέξεις στο στρατόπεδο Γκριαζόβιετς», σε μετάφραση της Λίζυς Τσιριμώκου. Προδημοσιεύουμε σήμερα ένα ενδεικτικό απόσπασμα.

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

o-proyst-antidoto-ston-polemo2

«Ημασταν τέσσερις χιλιάδες Πολωνοί αξιωματικοί στοιβαγμένοι σε δέκα-δεκαπέντε εκτάρια στο Σταρομπιέλσκ, κοντά στο Χάρκοβο, από τον Οκτώβριο του 1939 έως την άνοιξη του 1940. Προσπαθήσαμε εκεί να ξαναπιάσουμε μια κάποια διανοητική εργασία που θα μας βοηθούσε να ξεπεράσουμε την κατάπτωσή μας, την αγωνία μας, και να σώσουμε τα μυαλά μας από τη σκουριά της αδράνειας. Μερικοί από εμάς βάλθηκαν να δίνουν διαλέξεις στρατιωτικού, ιστορικού και λογοτεχνικού περιεχομένου. Aυτό κρίθηκε αντεπαναστατικό από τους τότε επιστάτες μας και ορισμένοι από τους εισηγητές εκτοπίστηκαν πάραυτα προς άγνωστη κατεύθυνση. Τούτες οι διαλέξεις όμως δεν δια-κόπηκαν, αλλά συνεχίστηκαν με επιμέλεια και μυστικότητα.

Τον Απρίλιο του 1940 όλο το στρατόπεδο του Σταρομπιέλσκ μεταφέρθηκε ανά μικρές ομάδες προς τα βόρεια. Την ίδια εκείνη εποχή εκκενώθηκαν δύο άλλα μεγάλα στρατόπεδα, του Κόζιελσκ και του Οστάσκοφ, εν συνόλω δεκαπέντε χιλιάδες άτομα. Οι μόνοι, σχεδόν, από αυτούς τους φυλακισμένους που ξαναβρέθηκαν, ήταν τετρακόσιοι αξιωματικοί και οπλίτες συγκεντρωμένοι στο Γκριαζόβιετς, κοντά στη Βόλογκντα, τη χρονιά 1940-1941. Ημασταν εβδομήντα εννέα από τους τέσσερις χιλιάδες του Σταρομπιέλσκ. Oλοι οι άλλοι σύντροφοί μας του Σταρομπιέλσκ εξαφανίστηκαν δίχως ίχνη.

Το Γκριαζόβιετς πριν από το 1917 ήταν τόπος προσκυνήματος, ένα μοναστήρι. Απ’ την εκκλησία του με 10.000 τ.μ. μοναστηριού που ανατινάχτηκε με δυναμίτη απέμεναν μόνον ερείπια. Οι αίθουσες ήταν γεμάτες ξυλοδεσιές, κουκέτες που έζεχναν από κοριούς, καθώς εκεί πριν από εμάς είχαν μείνει Φινλανδοί φυλακισμένοι. Εδώ ακριβώς λάβαμε, μετά από πολλές εκκλήσεις, την επίσημη άδεια για τα μαθήματά μας, υπό τον όρο να υποβάλλουμε κάθε φορά τα σχετικά κείμενα σε προληπτική λογοκρισία. Σε μια μικρή αίθουσα, ξεχειλισμένη από συντρόφους, μιλούσε ο καθένας μας για ό,τι θυμόταν καλύτερα. Την ιστορία του βιβλίου την αφηγήθηκε με απαράμιλλη παραστατικότητα ένας παθιασμένος βιβλιόφιλος από το Λβοβ, ο δόκτωρ Ερλιχ· η Ιστορία της Αγγλίας, η ιστορία των μετακινήσεων των λαών ήταν το αντικείμενο των διαλέξεων του αβά Κάμιλ Κάντακ από το Πινσκ, πρώην συντάκτη μιας καθημερινής εφημερίδας του Γκντανσκ και μεγάλου θαυμαστή του Μαλαρμέ· για την ιστορία της αρχιτεκτονικής μάς μιλούσε ο καθηγητής Σιενίτσκι, καθηγητής στο Πολυτεχνείο της Βαρσοβίας, και ο υπολοχαγός Οστρόβσκι, συγγραφέας ενός εξαιρετικού βιβλίου για τον αλπινισμό, που είχε και προσωπικά κάνει αρκετές αναρριχήσεις στα όρη Τάτρα, στον Καύκασο, και στις Κορδιλιέρες, μας μιλούσε για τη Νότια Αμερική.

Σε ό,τι με αφορά, ανέλαβα μια σειρά διαλέξεων για τη γαλλική και την πολωνική ζωγραφική, καθώς και για τη γαλλική λογοτεχνία. Είχα την τύχη να αναρρώνω μετά από σοβαρή αρρώστια, άρα, αποδεσμευμένος από όλες τις σκληρές δουλειές, απαλλαγμένος από το πλύσιμο της μεγάλης σκάλας της μονής και το καθάρισμα της πατάτας, ήμουν ελεύθερος και μπορούσα να προετοιμάζομαι με την ησυχία μου γι’ αυτές τις ευχάριστες βραδιές. Βλέπω ακόμα τους συντρόφους μου στριμωγμένους κάτω από τα πορτρέτα του Μαρξ, του Ενγκελς και του Λένιν, ξεθεωμένους από τη δουλειά στο κρύο που έπεφτε ίσαμε τους μείον σαράντα πέντε βαθμούς, να ακούν τις διαλέξεις μας για θέματα τόσο απομακρυσμένα από αυτό που ζούσαμε.»