ΒΙΒΛΙΟ

Στενόχωρη γεωγραφία

stenochori-geografia-561342205

ΜΑΡΙΑ ΞΥΛΟΥΡΗ
Πέτρινα πλοία
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 168
 
stenochori-geografia0Με σκούρα μπλε ξυλομπογιά η Φάλκα ζωγραφίζει χάρτες πάνω σε χασαπόχαρτα, που ήταν τα μόνα ταξίδια της ζωής της. Οι χάρτες της ήταν χαρτιά, «ένας επίπεδος κόσμος που θα την κρατούσε για πάντα απέξω». Ο Ντέιβ βουτάει από έναν γκρεμό για να κυνηγήσει το πλοίο που ήταν για αυτόν ο μόνος προορισμός. Η κόρη του Γιαρ έχει την αίσθηση πως από τότε που πέθανε ο πατέρας της, η γεωγραφία της μικραίνει, χάνονται από το μυαλό της οι λίμνες, τα βουνά, τα ποτάμια και οι πρωτεύουσες του κόσμου. Η γυναίκα του Γιαρ περιδιαβαίνει έναν φασματικό χάρτη, πολύ πλατύτερο από το νησί όπου περπατά. 

Ενας ναυαγός στην «πολιτεία των φυγάδων» ατενίζει στη φαντασία του μέρη μακρινά, πέρα από τις εσχατιές του θανάτου. Εξήντα ναυαγοί πάνω σε μια κουκκίδα χώματος, «στην πιο ελάχιστη στεριά του ωκεανού», σπέρνουν τους τάφους τους σε λίγα μέτρα άμμου. Οσοι γλιτώνουν, μετοικούν πάνω σε μια σχεδία που γίνεται η μόνη τους στεριά. Τα μέρη όπου ταξιδεύουν οι ήρωες της Ξυλούρη είναι πλωτά. «Είναι καράβια πέτρινα που πλέουν στον χρόνο, ώσπου ν’ αποφασίσει ο χρόνος να τ’ αποτελειώσει».

Η νησιωτική σκηνογραφία των διηγημάτων υποβάλλει την εντύπωση μιας έσχατης ερημίας. Οι μέτοικοι αυτών των παντέρημων, απροσπέλαστων νησίδων μοιάζει να έχουν διαβεί το κατώφλι των εγκοσμίων, συνεχίζοντας να υπάρχουν χάρη σε μια σωτήρια πλάνη, που έχει το σχήμα μιας ελάχιστης στεριάς. Οι ναυαγοί της σχεδίας επιζούν διαπλέοντας μια παραίσθηση. «Αν ό,τι συμβαίνει στη σχεδία είναι πράγματι πλάνη, είναι η πιο πειστική και πολύτιμη απ’ όλες». Ο τελευταίος στην πολιτεία των φυγάδων πέφτει σε ένα βάραθρο από βράχια, νομίζοντας ότι θα τον δροσίσει η πνοή της ελευθερίας, ενώ τον βιτσίζει η πιο άγρια αιχμαλωσία. Στην κοσμογονία κάποιων αρχαίων ανθρώπων, οι ένθεοι πρόγονοι έριχναν βράχια στη θάλασσα για να φτιάξουν ένα μονοπάτι καταμεσής του ωκεανού, που κανείς από τους επιγόνους δεν πάτησε ποτέ και κανείς δεν το περπάτησε για να επιστρέψει στον τόπο που εγκατέλειψε.

Χωρίς να υποβαθμίζω καθόλου την αλληγορική δραστικότητα των νεκροπόλεων που προβάλλουν μέσα από την ωκεάνια τοπιογραφία, προτιμώ τα διηγήματα που δεν βρέχονται από θάλασσα. Συγκλονιστικό θεωρώ το εναρκτήριο πεζό, όπου συντελείται η νοσηρή, χοϊκή και αβάσταχτα σπαρακτική συνάντηση ενός άνδρα με τη νεκρή γυναίκα του. Συντετριμμένος από το πένθος είναι και ο άνδρας στο επόμενο διήγημα. Καθώς ετοιμάζει το πρωινό για τα παιδιά του, δεν καταφέρνει να αποστρέψει το βλέμμα του από τη γυναίκα του, που ακόμα και μετά την ταφή της εξακολουθεί να κρέμεται από το ταβάνι. Υπέροχη είναι και η φανταστική ιστορία «Ο βήχας του Ιουλίου». Σε έναν παράξενο τόπο, κάθε Ιούλιο σηκώνεται ένας σφοδρότατος, άρρωστος αέρας, που μετατρέπει το μεσοκαλόκαιρο σε γόο και λυγμό. Είναι «οι προδομένες προσευχές, που επιστρέφουν σ’ αυτούς που έχασαν την ελπίδα και την πίστη τους κι έπαψαν να τις λένε».

Μολονότι εννέα από τα δεκαπέντε διηγήματα έχουν προδημοσιευτεί, η χωροταξική επιμέλεια της Ξυλούρη αναδεικνύει τους μεταξύ τους αρμούς. Ανάμεσα στα όμορα πεζά ορισμένες λεπτομέρειες και μοτίβα επανέρχονται, ενόσω σε όλα κυριαρχεί η οδύνη της αποδημίας. Η γραφή ιχνηλατεί την επικράτεια του φανταστικού για να προσδώσει στον θάνατο μυθοπλαστική αχλή ή, αλλιώς, λογοτεχνική ομορφιά. 

Σε απόκρημνες νεκροπολιτείες, σκλάβοι φαντασιώνονται μια ανέφικτη απολύτρωση. Αλλοι αποσύρονται σε μύχιες νησίδες, που περιφρουρούν με άκρα απελπισία. Σε απορφανισμένα σπίτια χάσκουν ανοιχτοί λάκκοι. Μέσα από την εικονοποιητική ευρηματικότητα της Ξυλούρη, ο θάνατος γίνεται τόπος.