ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ένας υπαξιωματικός στην Αθήνα του 19ου αιώνα

Ένας υπαξιωματικός στην Αθήνα του 19ου αιώνα

Οσοι το έχουν διαβάσει το συστήνουν ως «συναρπαστικό». Με την παρατήρηση ότι ο ανώνυμος συγγραφέας που έγραψε το βιβλίο «“Η Στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι” – Xειρόγραφον Ελληνος υπαξιωματικού» είναι από τους σημαντικότερους πεζογράφους του 19ου αι. Ενα κείμενο άγνωστο στο ευρύ κοινό, που περιγράφει την Ελλάδα και τα τρωτά της με πολύ παραστατικό τρόπο, χιούμορ, ελευθερία και ρεαλισμό.

«Είναι ένας ολόκληρος φοβερός κόσμος», λέει στην «Κ» ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Σίμος Κακάλας, ο οποίος θα το παρουσιάσει αύριο στις 9 μ.μ., σε διαδικτυακή προβολή από το Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά (www.ticketservices.gr), αλλά και στις 5 και 14 Μαΐου. Η έκδοση πρωτοτυπώθηκε στη Βραΐλα της Ρουμανίας το 1870. Εργο γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο με το βλέμμα του αφηγητή, που είναι ο Χ. Δημόπουλος, ο οποίος περιγράφει με γλαφυρό και άμεσο τρόπο τη ζωή του ως υπαξιωματικός στην Ελλάδα, τις εμπειρίες στην καταδίωξη των ληστών που λυμαίνονταν τη χώρα, όσα έζησε εργαζόμενος ως μεταφραστής στο υπουργείο, με λίγα λόγια την πλήρη διάψευση των προσδοκιών του.  

«Ηταν ένα πολύ αγαπημένο κείμενο του βοηθού και συνεργάτη μου στη δραματουργία Δημήτρη Καλακίδη, για το οποίο μου μιλούσε συχνά εδώ και χρόνια. Πίστευε πολύ ότι πρέπει να παρουσιαστεί στο κοινό. Οταν ο Λευτέρης Γιοβανίδης μού πρότεινε να συνεργαστούμε στο ΔΘΠ, διάλεξα αυτό το έργο». Τι τον κέντρισε σ’ αυτό και μιλάει με τόσο ενθουσιασμό;

Ένας υπαξιωματικός στην Αθήνα του 19ου αιώνα-1
«Η “Στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι” είναι ένας ολόκληρος φοβερός κόσμος», λέει στην «Κ» ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Σίμος Κακάλας (φωτ. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΟΣΜΙΔΗΣ).

«Η καθαρεύουσα και ένας ξεχωριστός προσωπικός τρόπος αφήγησης. Το υπέροχο ταξίδι της ελληνικής γλώσσας μέσα στον 20ό αιώνα και πώς παρατήθηκε στην τύχη της στο πέρασμα των χρόνων. Το δεύτερο ενδιαφέρον στοιχείο είναι η συνάφεια που υπάρχει με το σήμερα. Η παθογένεια που περιγράφει ο αφηγητής μέσα σ’ αυτό το κείμενο. Γράφοντας, για παράδειγμα, για τις ληστείες θίγει με έναν άλλο τρόπο ζητήματα της εποχής μας. Ο συγγραφέας που κρατάει την ανωνυμία είναι ομογενής, μεγάλωσε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, μάλλον κάπου στον Βόσπορο. Προέρχεται από αστικό περιβάλλον. Περιγράφει ότι στο ελληνικό σχολείο της ενορίας που πήγαινε, ο δάσκαλος μιλούσε στους μαθητές με ενθουσιασμό για τον ελληνικό στρατό, παρουσιάζοντας μια εξιδανικευμένη εικόνα για την Ελλάδα».

Στα 18 του ο αφηγητής έφυγε κρυφά από τη μητέρα του και μπαίνοντας στο γαλλικό ατμόπλοιο έφθασε σε 36 ώρες στον Πειραιά. Από την πρώτη ημέρα της άφιξής του στην Ελλάδα καταρρίπτονται όσα έπλασε στο μυαλό του. Ο Σ. Κακάλας υπολογίζει ότι το κείμενο γράφτηκε το 1869 με 1870, ενώ η ιστορία διαδραματίζεται γύρω στο 1850-1858, «διότι ο αφηγητής γράφει για την καταδίωξη της συμμορίας του λήσταρχου Καλαμπαλίκη, συνεργάτη του Νταβέλη». Περιγράφει ακόμη με μοναδικό τρόπο τι είδε σαν έφθασε στην Αθήνα, «ένα λόφο με ερείπια και κάτι πεσμένες κολόνες», εννοώντας την Ακρόπολη. Για ιππικό ούτε λόγος. Από τον ξενοδόχο του έμαθε «ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν συντάγματα ιππικού».

Ένας υπαξιωματικός στην Αθήνα του 19ου αιώνα-2
Φωτ. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΟΣΜΙΔΗΣ.

Οι περιγραφές

«Δυστυχώς δεν μπορούν να χωρέσουν όλες οι εξαιρετικές περιγραφές στην παράσταση. Αλλωστε στόχος της είναι να αποτελέσει αφορμή ώστε να αναζητήσει κάποιος αυτό το ωραίο κείμενο. Είναι επίσης ευκαιρία να δούμε και τις σκοτεινές μας πλευρές, γιατί μας ενδιαφέρουν μόνο οι ένδοξες στιγμές της Ιστορίας μας. Ο αφηγητής περιγράφει σαρκαστικά διάφορες αδυναμίες, όπως μια κομπίνα με τον ιματισμό των στρατιωτών που κάνουν  υπαξιωματικοί και αξιωματικοί, κάνοντας όμως και ο ίδιος την αυτοκριτική του». 

Τι θα δει ο σημερινός θεατής; «Την τάση μας να αφήνουμε τα θέματα να σαπίζουν μέχρι να λυθούν. Αν δεν διδαχτούμε την Ιστορία αντικειμενικά, δεν ξέρω κατά πόσον μπορούμε να απομακρυνθούμε από αυτή τη νοοτροπία». Δεν ήταν εύκολο να αντιμετωπίσει ένα τόσο συμπυκνωμένο πεζογράφημα. «Γι’ αυτό προσπάθησα να μικρύνω τα κομμάτια του». Συνεχίζει λοιπόν στο ίδιο πνεύμα με τη δουλειά του στο «Καταποντισμός του εγωιστή Γιόχαν Φάτσερ» του Μπρεχτ, δηλαδή μια παράσταση – συζήτηση – διάλεξη. Εδώ, τρία άτομα (Σίμος Κακάλας, Κωστής Καλλιβρετάκης, Κωνσταντίνος Μωραΐτης) συζητούν μεταξύ τους σε ένα καφενείο γι’ αυτό το κείμενο μέσα από κάποια δραματοποιημένα στοιχεία.  Ηθελε και τη συμμετοχή του κοινού, αλλά η πανδημία τού χάλασε τα σχέδια. «Δεν θα δείτε μια παράσταση σε live streaming, αλλά ένα βίντεο με θέμα την παράσταση. Μια μεταφορά με όρους βιντεοσκόπησης». 

Προσπάθησε να ψάξει και να πειραματιστεί με αυτό το διαφορετικό μέσο που έχει άλλους κώδικες, λέει για το live streaming, τονίζοντας ότι «με αυτό το μέσο δεν είσαι μάρτυρας ενός γεγονότος. Δεν είναι καν κινηματογράφος, είναι σαν να βλέπεις βιντεάκια στο YouTube και κάνεις ταυτόχρονα και κάτι άλλο. Ετσι κατακερματισμένη είναι και η εποχή μας και με απασχολεί ότι κάποια πράγματα γίνονται πιο σύντομα. Θέλουμε όλο και μικρότερα βίντεο ή κείμενα, τις πληροφορίες να τρέχουν. Ο εγκέφαλος σιγά σιγά μαθαίνει στο “έλα, τελείωνε να πάμε στο επόμενο”. Δεν ξέρω αν σε λίγα χρόνια θα μπορούμε να βλέπουμε Ταρκόφσκι».

Για το θέατρο εύχεται «ένα πιο καθαρό και πιο στοχευμένο μέλλον». Χωρίς να υποτιμάει «το θέατρο της διασκέδασης», λέει ότι «πρέπει να επιβιώσει και το άλλο θέατρο, αυτό των ομάδων, της έρευνας, του πειραματισμού». Ο ίδιος το γνώρισε καλά στις «Νέες Μορφές» υπό την καθοδήγηση του Γ. Παρασκευόπουλου και αργότερα στην ομάδα του, την «Εταιρεία Θεάτρου», απ’ όπου βγήκε το «The Goλfω!» project αλλά και η εργασία του με τον κρητικό δεκαπεντασύλλαβο στο «Erofili Project». Τον Ιούνιο, αν όλα πάνε καλά, θα δούμε τον «Αίαντα» στο Φεστιβάλ Αθηνών.