ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Πόνος Δεσποίνης Αργυραίας»

Οι επιτάφιοι της πιο ξακουστής κεντήστρας της Κωνσταντινούπολης και η ιστορική κληρονομιά των εκτοπισμένων

ponos-despoinis-argyraias-561346348

«Εγινα με δαπάνη του προσκυνητή Γρηγορίου, του υιού του Δημητρίου, και αφιερώθηκα στο Ναό του Αγίου Γεωργίου που βρίσκεται στην Αντιόχεια». Αυτό μαρτυρεί ο επιτάφιος από την περιοχή της κωμόπολης Εγκίν (το σημερινό Kemaliye, στα αρμενικά Akh). Ηταν εκλεκτή και βαρύτιμη παραγγελία που δωρήθηκε στον ναό του χωριού Βανκ, κτισμένο κοντά στις πηγές του Ευφράτη. «Πόνος Δεσποίνης Αργυραίας» καταλήγει η επιγραφή, κι έτσι υπέγραφε τα έργα της η Δέσποινα Αργυραία, η περίφημη Δεσποινέτα, η διασημότερη κεντήστρα της Κωνσταντινούπολης κατά το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα.

«Είναι η πρώτη γυναίκα που δεν ήταν μοναχή και υπογράφει τα κεντήματά της», λέει η ιστορικός τέχνης δρ Αννα Μπαλιάν στη συζήτησή μας, που γίνεται με αφορμή δύο από τους πιο γνωστούς επιταφίους της ξακουστής κεντήστρας. «Ηταν αστή της Κωνσταντινούπολης, κατοικούσε στο Διπλοκιόνιο –το σημερινό Μπεσικτάς– και είχε ένα φημισμένο εργαστήριο με αξιόλογες μαθήτριες. Το εργαστήριό της ξεκίνησε παράλληλα με την άνοδο της φαναριώτικης κοινότητας στην Κωνσταντινούπολη. Η φήμη της δεν περιορίστηκε στην Πόλη. Δεχόταν παραγγελίες από την Καστοριά, την Αλεξάνδρεια, την Αγκυρα. Η τέχνη της ταξίδεψε από τις πόλεις της Μ. Ασίας και το Αγιον Ορος ώς την Κύπρο, τη Βλαχία και την Αρμενία. 

Εκείνα τα χρόνια από τα εργαστήρια της Κωνσταντινούπολης προμηθεύονταν τα ασημικά και τα κεντήματά τους οι κοντινές αλλά και οι πιο απομακρυσμένες ελληνικές κοινότητες. Οι ξενιτεμένοι που έκαναν την τύχη τους στην πρωτεύουσα, οι ναυτικοί που “έπιαναν σκάλα”, οι επίτροποι των κοινών και οι ιερωμένοι που διεκπεραίωναν τις τοπικές υποθέσεις τους με τις Αρχές, όλοι φρόντιζαν να εξοπλίσουν με λαμπρά πολίτικα αντικείμενα τις εκκλησίες τους».

Η Δεσποινέτα χρησιμοποιούσε για τα έργα της μόνον εκλεκτά υλικά: σύρμα από καθαρό χρυσό ή ασήμι και λεπτότατο μετάξι. Με τη συμβολή της ανανεώθηκε η χρυσοκεντητική τέχνη κατά τον 17ο αιώνα. «Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς τον σταδιακό αλλά σταθερό μετασχηματισμό του κεντήματος από χρυσοποίκιλτο και επίπεδο –όπως τα παλαιότερα βυζαντινά κοσμήματα– σε ανάγλυφο μπαρόκ κέντημα, που συνδυάζει χρυσά και μεταξωτά νήματα», σχολιάζει η Αννα Μπαλιάν.

ponos-despoinis-argyraias0
Επιτάφιος από το Εγκίν. Κωνσταντινούπολη, 1723. Mετάξι, αργυρά και επίχρυσα νήματα και σύρμα, χρωματιστές πέτρες και μαργαριτάρια, δερμάτινη φόδρα.

Οι μαθήτριες της Δεσποινέτας ακολούθησαν την παράδοσή της –η Μαριώρα είναι η γνωστότερη κι έφτιαξε με τη σειρά της δικό της εργαστήριο–, αν και καμία δεν έφθασε την τέχνη της. Στο Μουσείο Μπενάκη φυλάσσονται τέσσερα από τα ενδεχομένως επτά υπογεγραμμένα έργα της Δεσποινέτας, ανάμεσά τους δύο εντυπωσιακοί χρυσοκέντητοι ενεπίγραφοι επιτάφιοι, χαρακτηριστικές δημιουργίες της μεταβυζαντινής εκκλησιαστικής τέχνης: Ο πρώτος φτιάχτηκε το 1682, με προορισμό τον μητροπολιτικό ναό της ελληνικής κοινότητας στην Αγκυρα, προφανώς δωρεά κάποιου εύπορου Ρωμιού της πόλης. Ο δεύτερος είναι ο επιτάφιος του Εγκίν, που χρονολογείται το 1723.

Διακόσια χρόνια αργότερα, αυτά τα πολύτιμα υφάσματα που συμβολίζουν το νεκρό σώμα του Χριστού εν τάφω, ταξίδεψαν μέσα στα κιβώτια που μετέφεραν το βιος των ελληνορθόδοξων πληθυσμών της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης από τα πατρογονικά τους χώματα στην Ελλάδα.

Η σύμβαση της Λωζάννης του 1923 επικύρωσε την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών και προέβλεψε τη δυνατότητα να μεταφερθεί από τους ανταλλάξιμους πληθυσμούς η κινητή κοινοτική τους περιουσία. Ετσι οι θησαυροί των χριστιανικών ναών –εικόνες, σταυροί, εξαπτέρυγα, χρυσοκέντητα άμφια–, καθώς επίσης χειρόγραφα ή έντυπα βιβλία, χρυσόβουλα, φιρμάνια, ακόμη και η σφραγίδα της κοινότητας, φορτώθηκαν στα κάρα και ακολούθησαν την περιπέτεια των ανθρώπων στη νέα τους πατρίδα.

Η τύχη των προσφυγικών κειμηλίων, όταν έφθασαν στην Ελλάδα, ακολούθησε παράλληλη πορεία με αυτή των προσφύγων. Τα κιβώτια, με το όνομα κάθε κοινότητας γραμμένο επάνω, στοιβάχτηκαν στις αποθήκες της Ακαδημίας όπου τότε στεγαζόταν το Βυζαντινό Μουσείο. Οταν αυτές οι αποθήκες γέμισαν, μέρος των αντικειμένων μεταφέρθηκε προσωρινά στους βασιλικούς στάβλους.

Σε πρώτη φάση συγκεντρώθηκαν περίπου 150 κιβώτια, κυρίως από την Ανατολική Θράκη και τις κοινότητες της Προποντίδας, αλλά σταδιακά έφθαναν κιβώτια και από τις υπόλοιπες περιοχές. Συνολικά ο αριθμός πρέπει να ξεπέρασε κατά πολύ τα 250 κιβώτια. Αφού καταμετρήθηκαν 38 που προέρχονταν από την Καππαδοκία, διαπιστώθηκε ότι περιείχαν 2.833 κειμήλια. Σε αυτά πρέπει να προστεθούν τα μεγάλα πολύτιμα κομμάτια, όπως οι εικόνες και τα εκκλησιαστικά έπιπλα, καθώς και όσα αντικείμενα φυγαδεύτηκαν μεμονωμένα.

Το 1928 ιδρύθηκε το Ταμείον Ανταλλαξίμων Κοινοτικών και Κοινωφελών Περιουσιών, με σκοπό να συγκεντρώσει και να διαθέσει τις κοινοτικές περιουσίες των προσφύγων στις νεοϊδρυμένες προσφυγικές κοινότητες. Παράλληλα, αποφασίστηκε τα κειμήλια που είχαν αρχαιολογική, ιστορική και καλλιτεχνική αξία να διανεμηθούν στα μουσεία του κράτους.

Σήμερα ένα μεγάλο μέρος τους βρίσκεται στο Μουσείο Μπενάκη, στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και στο Βυζαντινό – Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών, όπου συγκεντρώθηκαν και οι περισσότερες εικόνες. Η προέλευση των αντικειμένων αντιστοιχεί στις περιοχές όπου υπήρχε συγκεντρωμένος συμπαγής ελληνορθόδοξος πληθυσμός: τον Πόντο, την κεντρική Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη. Δραματική απουσία αποτελεί ο ελληνισμός των παραλίων της Μικράς Ασίας.

Οσα κειμήλια σώθηκαν από τις φλόγες και τη βία, φυγαδεύτηκαν στα απέναντι νησιά του Αιγαίου. Και όσα τελικά έφτασαν στη μητροπολιτική Ελλάδα κοσμούν τις εκκλησίες των προσφύγων.

Η διαφορετική μορφή που πήρε η έξοδος του ελληνικού πληθυσμού από την κάθε περιοχή καθόρισε και την ποσότητα των κειμηλίων που σώθηκαν. Ετσι, στη συντριπτική τους πλειονότητα προέρχονται από την Ανατολική Θράκη και την Καππαδοκία, τις δύο περιοχές όπου ο ξεριζωμός συντελέστηκε με σχετικά ειρηνικό τρόπο. Ο ελληνισμός της Ανατολικής Θράκης εγκατέλειψε τις εστίες του τον Οκτώβριο του 1922, μετά τη συνθήκη των Μουδανιών, που υποχρέωσε τον ελληνικό στρατό να εκκενώσει την περιοχή. Χειρόγραφη ενθύμηση σε παράφυλλα ευαγγελίου από την Αδριανούπολη δίνει την εικόνα της μαζικής φυγής: «Τελευτέα Αρχιερατική λειτουργία 1922 Οκτωβρίου 9η Κυριακή. Επιτα εκτοπισμός».
 
Εξαιρετικό υλικό για το θέμα των ανταλλαξίμων παρέχει το βιβλίο «Relics of the Past. Treasures of the Greek Orthodox Church and the Population Exchange» (Μουσείο Μπενάκη). 

Η δρ Αννα Μπαλλιάν υπήρξε επί πολλά χρόνια επικεφαλής επιμελήτρια του Μουσείου Ισλαμικής Τέχνης και υπεύθυνη της συλλογής των ανταλλαξίμων του Μουσείου Μπενάκη.

Στο μουσείο, η συλλογή των ανταλλαξίμων περιλαμβάνει περίπου 1.100 αντικείμενα, με κυριότερες ομάδες τα ασημικά, τα εκκλησιαστικά κεντήματα και κοσμήματα, και τα χειρόγραφα ή έντυπα βιβλία.