ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η αχανής χώρα της καλοσύνης

Η αχανής χώρα της καλοσύνης

Στις 26 Μαρτίου 2021, επιτροπή υπό την προεδρία του ιστορικού Βενσάν Ντικλέρ (Vincent Duclert) παρέδωσε στον πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας Εμανουέλ Μακρόν τον φάκελο της έρευνάς της, 1.200 σελίδες, όπου, παρά τα πολλά κενά, τεκμηριώνεται αναλυτικά η τεράστια ευθύνη της Γαλλίας, και του προέδρου Μιτεράν προσωπικά, στη γενοκτονία 800.000 Τούτσι στη Ρουάντα, το 1994. Για την τελευταία γενοκτονία του 20ού αιώνα γνωρίζουμε ήδη πολλά, χάρις στην επιμονή ορισμένων ανθρώπων, και θα μάθουμε ακόμη περισσότερα. Ενας από εκείνους που έχει κάνει έργο της ζωής του τη γενοκτονία των Τούτσι είναι και ο Γάλλος δημοσιογράφος και συγγραφέας Ζαν Χατσφέλντ (Jean Hatzfeld). Γράφει και ξαναγράφει είκοσι χρόνια τώρα για τη σφαγή των Τούτσι στην κοινότητα Νυαμάτα, όπου από 59.000 Τούτσι, επί συνόλου 119.000 κατοίκων, φονεύτηκαν οι 50.000. Εκεί, από τις 11 Απριλίου έως τις 14 Μαΐου 1994, καθημερινά, από τις 9.30 το πρωί έως τις 4 το απομεσήμερο, έβγαιναν με καλά ακονισμένες τις ματσέτες τους οι Χούτου και, τραγουδώντας και γελώντας, έκοβαν χέρια, πόδια, κεφάλια των γειτόνων και συγχωριανών τους Τούτσι, από βρέφη μέχρι γέροντες και γερόντισσες, τους λήστευαν, τους ξεγύμνωναν και μετά τους πέταγαν πεθαμένους και μισοπεθαμένους σε πηγάδια, βόθρους, φυσικές κοιλότητες και κάθε είδους τρύπες. Εξι βιβλία έχει γράψει μέχρι τώρα ο Χατσφέλντ, που ταξίδεψε πολλές φορές στη Ρουάντα, και μακάρι ένα-δυο από αυτά να βρουν και Ελληνα εκδότη.  

Καθένα από τα βιβλία αυτά προσεγγίζει τη γενοκτονία από ξεχωριστή σκοπιά, αν και θα συναντήσουμε συχνά στις σελίδες τους τα ίδια πρόσωπα. Το πρώτο, «Dans le nu de la vie. Récits des marais rwandais» (Seuil, 2000), περιέχει μαρτυρίες δεκατεσσάρων Τούτσι, στην πλειονότητά τους γυναίκες, που επέζησαν της σφαγής, ενώ έχασαν όλη σχεδόν την οικογένειά τους. Το δεύτερο, «Une saison de machettes» (Seuil, 2003), περνάει στην άλλη όχθη και περιέχει μαρτυρίες δέκα φονιάδων Χούτου, που όλοι τους καταδικάστηκαν μετά τη γενοκτονία και εξέτισαν ποινές. Σωστά ο συγγραφέας ξεχώρισε τις δύο ομάδες μαρτυριών, γιατί έκρινε ανήθικο να τις βάλει δίπλα δίπλα (βλ. την έκδοση βιβλίου αυτού στα Points, σ. 46-52: 49). Το τρίτο, «La stratégie des antilopes» (Seuil, 2007), αρχίζει με την απελευθέρωση των καταδικασμένων φονιάδων και την επιστροφή τους στη Νυαμάτα και στους γύρω λόφους, και μαρτυρεί για τη δύσκολη συνύπαρξη θυμάτων και θυτών και για την ακόμη δυσκολότερη υπόθεση της συγχώρησης. Το τέταρτο, «Englebert des collines» (Gallimard, 2014), είναι το πορτρέτο και η μαρτυρία του γνωστού μας και από τα προηγούμενα βιβλία Ενγκελμπερτ Munyambonwa, σοφού, λόγιου, αλκοολικού, που έχασε όλους τους δικούς του κατά τη γενοκτονία, αλλά και την ίδια την όρεξη για ζωή. Το πέμπτο, «Un papa de sang» (Gallimard, 2015), δίνει τον λόγο στα παιδιά των θυμάτων και των θυτών, που βρίσκονται μαζί στο σχολείο, στην εκκλησία, στα καφενεία και στα χωράφια, αλλά που το καθένα κουβαλάει το βάρος μιας εντελώς διαφορετικής οικογενειακής ιστορίας. Δύσκολη η ζωή και των δυο, δυσκολότερη όμως των παιδιών των θυτών.  

Πριν από λίγο καιρό εκδόθηκε το τελευταίο βιβλίο του για τη Ρουάντα, το έκτο στη σειρά: «Là où tout se tait» / «Εκεί όπου όλα σωπαίνουν» (Gallimard, 2021), στο οποίο θα σταθούμε σήμερα. Τα θύματα και οι θύτες υπάρχουν πάντα στις σελίδες του, εδώ όμως ο λόγος είναι κυρίως για τους δίκαιους της Νυαμάτας, για Χούτου δηλαδή που όχι μόνο αρνήθηκαν να κρατήσουν στο χέρι τους τη φονική ματσέτα, αλλά βοήθησαν Τούτσι να σωθούν. Ε, λοιπόν, ναι, εκεί μέσα σε αυτή την κόλαση υπήρξαν Χούτου, λίγοι, ελάχιστοι, που με κίνδυνο της ζωής τους έσωσαν Τούτσι. 

Ο κίνδυνος ήταν κυριολεκτικά θανάσιμος, και αρκετοί από αυτούς τους λίγους το πλήρωσαν με τη ζωή τους: όταν έπεφτε στην αντίληψη των φονιάδων ότι κάποιος ομόφυλός τους δεν παίρνει μέρος στη σφαγή των Τούτσι (πόσο μάλλον ότι τους βοηθάει να σωθούν), τον περνούσαν εν στόματι μαχαίρας. Στους λιγοστούς μεικτούς γάμους που υπήρχαν, άνδρες Χούτου θυσίασαν τις γυναίκες τους Τούτσι για να σώσουν τα παιδιά τους (σ. 51, 62)! Και όμως, υπήρξαν και οι λίγοι εκείνοι που βοήθησαν και έσωσαν, υπήρξε ο Ισίδωρος Mahandago, ο Ευστάθιος Niyongira και όλοι οι υπόλοιποι μέχρι τον Σύλα Ntamfurayishyari! Συγκλονιστικές περιπτώσεις ανθρώπων. 

Τον τίτλο στο βιβλίο τον έδωσε ένας στίχος από το βαθύ ποίημα του Απολλιναίρ «Η όμορφη κοκκινομάλλα» (La jolie rousse). Τον παραθέτω στη μετάφραση του Κλείτου Κύρου: «Θέλουμε να εξερευνήσουμε την καλοσύνη αχανής χώρα όπου όλα σιγούν» (Γκιγιώμ Απολλιναίρ, «Ποιήματα», μεταφράσεις Φανής Κισκήρα – Τόλη Καζαντζή και Κλείτου Κύρου, ανάτυπο από το περιοδικό «Διαγώνιος», Θεσσαλονίκη 1967, σ. 18-20:19).

Το κακό κραυγάζει και θορυβεί, αλλά η καλοσύνη σωπαίνει, είναι κρυμμένη, απλώνει το χέρι χωρίς λόγια. Οι δίκαιοι στη Νυαμάτα ήταν λίγοι, χάρις σε αυτούς τους λίγους όμως μπορεί η ζωή και συνεχίζεται ανθρωπινά. Αυτοί οι λίγοι –η μικρά ζύμη– φυλάνε μια αχανή και ανεξερεύνητη χώρα, τη χώρα της καλοσύνης. Η χώρα τούτη μένει στο μεγαλύτερο μέρος της άγνωστη: ο δίκαιος είναι κρυμμένος μέσα στον διπλανό μας.

Καθώς η μέρα της τακτικής συνεργασίας μου στη φιλόξενη αυτή στήλη έπεφτε φέτος Κυριακή του Πάσχα, αναρωτήθηκα πόσο ταιριάζει με τον ευφρόσυνο χαρακτήρα της ο λόγος για τη γενοκτονία της Ρουάντας. Μα ποιος εκφράζει και ενσαρκώνει καλύτερα το αναστάσιμο μήνυμα της νίκης καταπάνω στον θάνατο από εκείνους που μυστικά και αθόρυβα, όπως ακριβώς αναστήθηκε και ο Χριστός, σώζουν ανθρώπινες ζωές, θυσιάζοντας ακόμη και τη δική τους!