ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Ολυμπία Δουκάκη: Οσκαρική ηθοποιός, δασκάλα, Ελληνίδα

Η Ολυμπία Δουκάκη, η οποία έφυγε από τη ζωή το περασμένο Σάββατο σε ηλικία 89 ετών, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και επιτομή του αμερικανικού ονείρου. Γεννημένη καταμεσής της Μεγάλης Υφεσης από γονείς μετανάστες στις ΗΠΑ, ο αγώνας για επιβίωση και αξιοπρέπεια τη συνόδευσε από μικρή, δίχως ωστόσο να την κρατήσει πίσω. Αντιθέτως, τη γέμισε δύναμη και αποφασιστικότητα για να καταφέρει να πατήσει τις μεγαλύτερες κορυφές του θεάτρου και του σινεμά και να βραβευθεί τελικά με το Οσκαρ το 1988. Παρ’ όλα αυτά, φαίνεται πως η ίδια δεν αντιλήφθηκε ποτέ τον εαυτό της ως λαμπερή διασημότητα, τιμώντας μέσα από τη ζωή της την τέχνη και την καταγωγή της.

«Προσωπικά, δεν θεωρώ πως είμαι “σελέμπριτι” παρά μια γυναίκα που κατάφερε αυτό που επιθυμούσε: να γίνω καλή ηθοποιός, να παίξω σε μεγάλα έργα και ταινίες, κλασικούς ρόλους. Ισως οφείλεται στο ότι η υποτιθέμενη διασημότητά μου ήρθε πολύ αργά στη ζωή, είχα ήδη 20 χρόνια στο θέατρο, δίδασκα 15 χρόνια στο NYU και τώρα είμαι ακόμη σε θέση να κάνω πράγματα που μου δίνουν ικανοποίηση», είχε δηλώσει η Δουκάκη σε συνέντευξη που έδωσε στον Γιώργο Τσίρο για λογαριασμό του περιοδικού του Costa Navarino.

Τα παραπάνω, βέβαια, δεν σημαίνουν πως η καριέρα της δεν υπήρξε μακρά και σπουδαία. Στον χώρο του σινεμά μπορεί να απογειώθηκε πραγματικά με το «Moonstruck» («Κάτω από τη λάμψη του φεγγαριού») του Νόρμαν Τζούισον, ωστόσο σε μεγάλη και μικρή οθόνη εμφανίζεται ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, ερμηνεύοντας δεκάδες ρόλους. Στο «Moonstruck», παίζοντας πλάι στη Σερ και στον Νίκολας Κέιτζ, η αξία της αναγνωρίζεται με την απονομή του Οσκαρ δεύτερου γυναικείου ρόλου, μαζί με τη Χρυσή Σφαίρα και το βραβείο BAFTA.

Μέσα στην επόμενη δεκαετία ακολουθούν μεγαλύτεροι ρόλοι σε ταινίες όπως τα «Κοίτα ποιος μιλάει» της Εϊμι Χέκερλιχ, «Ανθισμένες μανόλιες» του Χέρμπερτ Ρος (όπου ήταν απίθανη στον ρόλο της πλούσιας χήρας), «The Cemetery Club» του Μπιλ Ντιουκ κ.ά. Το 1995 πήρε μέρος και στην «Ακαταμάχητη Αφροδίτη» του Γούντι Αλεν, ως μέλος του αρχαιοελληνικού Χορού που δένει την ιστορία του πρωταγωνιστή με εκείνη του Οιδίποδα. Οσο για το ελληνικό της όνομα, το οποίο δεν άλλαξε ποτέ παρά τις συμβουλές φίλων και μάνατζερ για το αντίθετο, υπήρξε και αυτό παράγοντας στην καριέρα της.

«Οταν σε λένε Δουκάκη»

«Το πρόβλημα είναι ότι όταν σε λένε Δουκάκις οι επιλογές για ρόλους –έτσι νομίζουν οι άλλοι τουλάχιστον– είναι περιορισμένες. Σε καλούν για να υποδυθείς Εβραίες, Ισπανίδες, Μεξικανές, Ιταλίδες. Μου συνέβαινε για καιρό αυτό. Είχα την τύχη όμως να έχω σκηνοθέτη τον Τζο Παπ, που μου έδωσε τη δυνατότητα να παίξω Σαίξπηρ, Ιψεν, την Ηλέκτρα του Σοφοκλή, και έτσι ο κόσμος άρχισε να με μαθαίνει. Μετά έφτιαξα δικό μου θέατρο, γιατί με ενδιέφερε κυρίως η ελληνική τραγωδία. Ηταν το όνειρό μου», είχε πει η ίδια σε παλιότερη συνέντευξή της στην «Κ» και στη Μαρία Κατσουνάκη.
Πράγματι, παρά την κινηματογραφική καριέρα που αναμφίβολα την έκανε γνωστή, η ίδια έτρεφε εξίσου ή και μεγαλύτερο πάθος για το θέατρο παίζοντας στο Μπρόντγουεϊ, σε έργα των Μπρεχτ, Ουστίνοφ, Τσέχοφ, Αντριου Μπέργκμαν και άλλων. Από τις μεγαλύτερες δε επιτυχίες της ήταν ο μονόλογος του «Ρόουζ» (2000), εκεί όπου υποδύθηκε μια ογδοντάχρονη Εβραία, η οποία μιλάει στο κοινό για τη ζωή της. Η Δουκάκη παρουσίασε τη συγκεκριμένη παράσταση και στην Ελλάδα, στο θέατρο Ιλίσια Ντενίση, αλλά και στην Κύπρο: όταν η φίλη της, Μιμή Ντενίση, είχε ένα τροχαίο κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της παράστασης «Social Security», εκείνη ανέλαβε… δράση αντικαθιστώντας την.

Και πέραν της δουλειάς της –όχι όμως άσχετα από αυτήν– η Ολυμπία Δουκάκη είχε στο μυαλό της να προσφέρει. Οι τολμηροί ρόλοι που ερμήνευσε την ενέπνευσαν να ασχοληθεί σοβαρά με θέματα όπως ο ρατσισμός, τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων και η ευαισθητοποίηση γύρω από το Αλτσχάιμερ. Δείγμα της γενναιοδωρίας της ήταν επίσης η μεγάλη αγάπη της για τη διδασκαλία. «Ο καλός δάσκαλος δίνει τη δυνατότητα στους μαθητές του να βρουν δύναμη και φαντασία, ανεξαρτησία και προοπτική. Ο καλός δάσκαλος είναι εκείνος που μπορεί να δημιουργήσει τα θεμέλια», συνήθιζε να λέει.