ΒΙΒΛΙΟ

Η σεμνή Βισουάβα Σιμπόρσκα

Ανθολογία ποιημάτων της σπουδαίας Πολωνής ποιήτριας, που είχε τιμηθεί με το Νομπέλ Λογοτεχνίας, κυκλοφορεί στα ελληνικά

i-semni-visoyava-simporska-561356017

«Είναι 3 Οκτωβρίου του 1996 όταν η Σουηδική Ακαδημία επικοινωνεί με τη Βισουάβα Σιμπόρσκα (Wisława Szymborska) ανακοινώνοντάς της ότι βραβεύθηκε με το Νομπέλ Λογοτεχνίας, “για την ποίηση, η οποία με την ειρωνική της ακρίβεια επιτρέπει στα ιστορικά και βιολογικά συμφραζόμενα να αποκαλυφθούν μέσα από τα αποσπάσματα της ανθρώπινης πραγματικότητας”». Ετσι ξεκινάει το εκτενές και κατατοπιστικό εισαγωγικό της σημείωμα η Μπεάτα Ζούλκιεβιτς στη μεγάλη ανθολογία ποιημάτων της σπουδαίας Πολωνής ποιήτριας με τον τίτλο «Η ζωή εδώ και τώρα. Ποιήματα», που πρόκειται να κυκλοφορήσει σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Καστανιώτη, σε δική της μετάφραση. Και συνεχίζει: «Οταν ένα χρόνο νωρίτερα το Νομπέλ Λογοτεχνίας απονέμεται στον Ιρλανδό ποιητή Σέιμους Χίνι, η Σιμπόρσκα ανασαίνει με ανακούφιση. Η πιθανότητα να λάβει στα επόμενα χρόνια αυτό το βραβείο ένας ποιητής από την Ευρώπη (από μια καθολική χώρα με ταραχώδη ιστορία και όπου τη βάση διατροφής αποτελούν οι πατάτες, όπως προσθέτει ο Μπαράντσακ) είναι απειροελάχιστη… Οι φίλοι της αστειεύονται πως η Σιμπόρσκα είναι κατά πάσα πιθανότητα η μοναδική ποιήτρια στον κόσμο η οποία δεν θέλει να λάβει το Νομπέλ – επειδή φοβάται την αναστάτωση που ένα τέτοιο βραβείο επιφέρει στη ζωή του βραβευμένου», θα γράψει χρόνια αργότερα ο –από το 1996 έως τον θάνατο της ποιήτριας– προσωπικός της γραμματέας Μίχαου Ρουσίνεκ. Η Σιμπόρσκα είναι σεμνή. 

Οταν αμέσως μετά την ανακοίνωση της Σουηδικής Ακαδημίας σπεύδει να τη συγχαρεί ο Τσέσουαβ Μίγουος (Czesław Miłosz), του λέει: «Τσέσουαβ, το δικό μου Νομπέλ είναι σαν ένας μικρός τσίρος μπροστά σε ένα μεγάλο μπαρακούντα. Εσύ είσαι το μπαρακούντα». Τον θαύμαζε τον Μίγουος από την πρώτη στιγμή που τον άκουσε να διαβάζει τα ποιήματά του στην Κρακοβία, τον Φεβρουάριο του 1945. Εκείνος είχε τιμηθεί με το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1980. Και να που, δεκαέξι χρόνια μετά, η πολωνική ποίηση έπαιρνε ξανά την ύψιστη στον λογοτεχνικό κόσμο διάκριση μέσα από το δικό της έργο. Στην ίδια όμορφη, βασιλική πόλη της Πολωνίας έμεναν τώρα δύο νομπελίστες ποιητές. 

Οι φίλοι της Σιμπόρσκα, αστειευόμενοι, μιλούν για «στοκχολμική τραγωδία». Ο χαρακτηρισμός αυτός υποκρύπτει όμως μια νότα που αντικατοπτρίζει τα αντιφατικά και ανάμεικτα συναισθήματα της βραβευμένης ποιήτριας. Η Σιμπόρσκα, η οποία συνήθιζε να προστατεύει επιμελώς την προσωπική της ζωή, αντιλαμβάνεται ξεκάθαρα πως μια τόσο σπουδαία αναγνώριση όπως το Νομπέλ δεν μπορεί να μη διαταράξει την ηρεμία της σε μεγάλο βαθμό. Μεταξύ σοβαρού και αστείου, πανικοβάλλεται επίσης στο ενδεχόμενο ότι ο κόσμος τώρα θα περιμένει απ’ αυτήν διάφορες επίσημες τοποθετήσεις, δηλώσεις, αναφορές… όλα εκείνα που πάντα ήταν τόσο ξένα στον εσωτερικό της κόσμο, ενώ η ίδια δεν επιθυμεί τίποτα περισσότερο από το να παραμείνει μια απλή ποιήτρια, που ό,τι έχει να πει το λέει μέσω της ποίησης.

Τελικά, με τον αφοπλιστικά ειλικρινή και σεμνό τρόπο της, θα καταφέρει να μην αποδεχθεί τον ρόλο της «εφήμερης αυθεντίας» και, κάπως συμβολικά, το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση θα γίνει ήδη στη Στοκχόλμη, όπου ως κεντρικό θέμα της ομιλίας αποδοχής του Νομπέλ, στην οποία έδωσε τον τίτλο «Ο ποιητής και ο κόσμος», ανέδειξε ένα ταπεινό «δεν ξέρω» –φράση ταπεινή μεν, αλλά με τέτοια δύναμη, που ανοίγει φτερά και κινεί την αιώνια αναζήτηση–, ενώ κατά την τελετή απονομής, άθελά της αλλά με τόσο αυθόρμητη χάρη, μπέρδεψε το αυστηρό πρωτόκολλο στις υποκλίσεις και αντί στα μέλη της Σουηδικής Ακαδημίας, υποκλίθηκε πρώτα στο κοινό. 

Μετά τη βράβευσή της, η Σιμπόρσκα με επιμονή συνέχιζε να προσπαθεί να αποφεύγει τη δημοσιότητα. Ποτέ άλλωστε δεν της άρεσαν οι συνεντεύξεις. Στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων συνήθιζε να δίνει απαντήσεις του τύπου: «Αυτή είναι πολύ καλή ερώτηση, ελάτε παρακαλώ την άνοιξη, γιατί χρειάζομαι λίγο χρόνο να τη σκεφτώ», ή «Πολύ καλή ερώτηση, μήπως για απάντηση να γράψω ένα ποίημα;». Ως νομπελίστρια, η Βισουάβα Σιμπόρσκα παρέμεινε σεμνή – μια ποιήτρια απλή στο μεγαλείο της τέχνης της. Γιατί πρέπει να είναι κανείς πραγματικά πολύ μεγάλος για να μπορεί να παραμένει σεμνός. 

Την ίδια σεμνότητα προτίμησε και στον ποιητικό της λόγο. Στο σχεδόν επτά δεκαετιών δημιουργικό της έργο, δημοσίευσε περίπου τριακόσια πενήντα ποιήματα. Στατιστικά, βγαίνουν λοιπόν πάνω-κάτω μόλις πέντε ποιήματα τον χρόνο. Η ποιητική της κληρονομιά, η οποία περιλαμβάνει δεκατρείς συλλογές, μπορεί να μην είναι ογκώδης σε σελίδες, είναι όμως ογκώδης σε πνευματικό πλούτο. 

Αίσθημα κατάπληξης

Την ανάγνωση της ποίησης της Βισουάβα Σιμπόρσκα συνοδεύει σχεδόν ασταμάτητα το αίσθημα της κατάπληξης. Αλλά αυτή ακριβώς η κατάπληξη είναι που, ίσως πιο δυνατά απ’ οτιδήποτε, κινεί τα ενδιαφέροντα αυτής της μοναδικής ποιήτριας. Είναι το κίνητρο της δικής της «ποιητικής φιλοσοφίας». Εμποτίζει όλο το έργο της. Τη συναντάμε σ’ αυτό πολλές φορές και ως λέξη και ως έννοια. Η κατάπληξη της Σιμπόρσκα αφορά στον ίδιο βαθμό τον μακρόκοσμο όσο και τον μικρόκοσμο, αφορά τον άνθρωπο, που μπορεί να είναι τόσο τραγικός όσο και κωμικός, αφορά την καθεμία ύπαρξη – ζωντανή ή άψυχη, γήινη ή μη. Ολος αυτός ο κόσμος χωράει στην ποίησή της. Τι ανεξάντλητος πλούτος! 

«Ο κόσμος… ό,τι και να σκεφτόμαστε γι’ αυτόν, τρομαγμένοι με την απεραντοσύνη του και με τη δική μας απέναντί του ανημπόρια, απογοητευμένοι με την αδιαφορία του σ’ όλα τα ξεχωριστά βάσανα των ανθρώπων, των ζώων και ίσως και των φυτών – γιατί από πού έχουμε τη βεβαιότητα ότι τα φυτά είναι ελεύθερα από τα βάσανα· ό,τι και να σκεφτόμαστε για τους χώρους του, τους οποίους διαπερνά η ακτινοβολία των άστρων, των άστρων που γύρω τους ήδη άρχισαν να ανακαλύπτονται κάποιοι πλανήτες – νεκροί ήδη; νεκροί ακόμα; άγνωστο· ό,τι και να σκεφτόμαστε γι’ αυτό το ατέρμονο θέατρο, για το οποίο ναι μεν έχουμε εισιτήριο αλλά με λήξη τόσο αστεία σύντομη, περιορισμένη σε δύο αμετάκλητες ημερομηνίες· ό,τι άλλο ακόμα και να σκεφτόμαστε γι’ αυτόν τον κόσμο, αυτός είναι καταπληκτικός», είπε η Βισουάβα Σιμπόρσκα στην ομιλία αποδοχής του Νομπέλ».

Η «Κ» προδημοσιεύει σήμερα τέσσερα ποιήματα από τη σημαντική αυτή έκδοση που μας φέρνει σε επαφή εκ νέου με το έργο μιας κορυφαίας ποιήτριας του περασμένου αιώνα. (Θυμίζουμε ότι στα ελληνικά κυκλοφορεί ακόμη ένα βιβλίο με ποίηση της Σιμπόρσκα, η «Ποιητική διαδρομή», σε μετάφραση του Βασίλη Καραβίτη, εκδ. Σοκόλη, 2003.)

i-semni-visoyava-simporska0
Το βιβλίο «Η ζωή εδώ και τώρα. Ποιήματα» θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

ΓΑΤΑ ΣΕ ΑΔΕΙΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ

Να πεθάνεις – αυτό δεν μπορείς να το κάνεις σε μια γάτα.
Γιατί τι να κάνει η γάτα
σ’ ένα άδειο διαμέρισμα;
Να σκαρφαλώνει στους τοίχους;
Να τρίβεται ανάμεσα στα έπιπλα;
Τάχα μου τίποτα δεν έχει αλλάξει εδώ
κι όμως όλα είναι αλλιώς.
Τάχα μου τίποτα δεν μετακινήθηκε
κι όμως ο χώρος ανοίχθηκε.
Και τα βράδια η λάμπα δεν φωτίζει πια.

Ακούγονται βήματα στις σκάλες,
δεν είναι όμως τα ίδια.
Το χέρι που βάζει το ψάρι στο πιατάκι,
ούτε αυτό είναι το ίδιο.

Κάτι δεν αρχίζει εδώ
τη συνηθισμένη ώρα.
Κάτι δεν γίνεται εδώ
όπως θα έπρεπε.
Κάποιος εδώ ήταν,
και ήταν, έπειτα απρόσμενα εξαφανίστηκε
και πεισματικά απουσιάζει.

Ολα τα ντουλάπια έχουν εξερευνηθεί.
Ολα τα ράφια έχουν πατηθεί.
Η εξέταση κάτω απ’ το χαλί έχει ολοκληρωθεί.
Ακόμη και η απαγόρευση δεν τηρήθηκε
κι όλα τα χαρτιά έχουν διασκορπιστεί.
Τι άλλο μένει να κάνουμε;
Υπνος και αναμονή.

Ας γυρίσει μόνο,
ας ξαναφανεί.
Θα μάθει τότε
πως με τη γάτα δεν μπορείς να κάνεις έτσι.
Το βάδισμα προς αυτόν
θα γίνει με προσποιητή απροθυμία,
σιγά σιγά,
στα πολύ προσβεβλημένα ποδαράκια.
Και κανένα πηδηματάκι, κανένα νιάου, έστω στην αρχή.

ΑΝΑΦΟΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ

Ρίξαμε κλήρο ποιος θα πάει να τον δει.
Επεσε σ’ εμένα. Σηκώθηκα από το τραπεζάκι μας.
Πλησίαζε η ώρα των επισκέψεων στο νοσοκομείο.

Δεν απάντησε τίποτα στο χαιρετισμό μου.
Ηθελα να του πιάσω το χέρι – το τράβηξε πίσω
όπως ο πεινασμένος σκύλος που δεν αφήνει το κόκκαλό του.

Φαινόταν να ντρέπεται που πεθαίνει.
Δεν ξέρω τι λες σε κάποιον σαν αυτόν.
Τα βλέμματά μας δεν διασταυρώνονταν, όπως στο φωτομοντάζ.

Δεν με παρακαλούσε ούτε να μείνω ούτε να φύγω.
Δεν ρωτούσε για κανέναν από το τραπεζάκι μας.
Ούτε για σένα, Μπόλεκ. Ούτε για σένα, Λόλεκ. Ούτε για σένα, Τόλεκ.

Μ’ έπιασε πονοκέφαλος. Ποιος πεθαίνει εδώ και για ποιον;
Επαινούσα την ιατρική και τις τρεις βιολέτες στο ποτήρι.
Μιλούσα για τον ήλιο κι έσβηνα.

Τι καλά που υπάρχουν σκαλοπάτια γοργά να τα κατεβαίνεις.
Τι καλά που υπάρχει εξώπορτα να την ανοίγεις.
Τι καλά που με περιμένετε στο τραπεζάκι μας.

Η οσμή του νοσοκομείου μού προκαλεί ναυτία.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ

Εδώ κείτεται παλιομοδίτικη σαν υποστιγμή
η συγγραφέας μερικών στροφών. Σε τούτη τη γη
αναπαύεται εν ειρήνη, παρότι το πτώμα
δεν ανήκε ποτέ σ’ ένα λογοτεχνικό σώμα.
Και τίποτα καλύτερο στον τάφο της δεν θα βρεις,
μόνον αυτά τα στιχάκια, μια γλαύκα κι άγρια βάτα.
Διαβάτη, το κουμπί του ηλεκτρονικού μυαλού σου πάτα,
τη μοίρα της Σιμπόρσκα δυο λεπτά να συλλογιστείς.

ΣΥΝΩΜΟΣΙΕΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΕΘΑΜΕΝΟΥΣ

Υπό ποιες περιστάσεις βλέπεις στα όνειρά σου πεθαμένους;
Τους σκέφτεσαι συχνά πριν κοιμηθείς;
Ποιος εμφανίζεται πρώτος;
Είναι πάντοτε ο ίδιος; Ονομα; Επώνυμο; Κοιμητήριο; Ημερομηνία θανάτου;

Σε τι αναφέρονται;
Σε παλιά γνωριμία; Συγγένεια; Πατρίδα;
Λένε από πού έρχονται;
Και ποιος κρύβεται πίσω τους;
Και σε ποιου άλλου τα όνειρα εμφανίζονται ακόμα;

Τα πρόσωπά τους – μοιάζουν μ’ αυτά στις φωτογραφίες τους;
Γέρασαν καθόλου με το πέρασμα του χρόνου;
Είναι εύρωστα; Είναι ασθενικά;
Οι σκοτωμένοι – πρόλαβαν να επουλώσουν τις πληγές τους;
Θυμούνται ακόμα ποιος τους σκότωσε;

Τι κρατούν στα χέρια τους; Περίγραψε αυτά τα αντικείμενα.
Είναι σάπια; Σκουριασμένα; Απανθρακωμένα; Κούφια;
Τι έχουν στο βλέμμα; Απειλή; Παράκληση; Τι ακριβώς;
Μόνο για τον καιρό κουβεντιάζετε;
Για τα πουλιά; Τα λουλούδια; Τις πεταλούδες;

Καμιά άβολη ερώτηση από την πλευρά τους;
Και αν ναι, τότε τι τους απαντάς; Αντί να σωπαίνεις προνοητικά;
Ή ν’ αλλάζεις υπεκφεύγοντας την υπόθεση του ονείρου;
Ή να ξυπνάς εγκαίρως;