ΜΟΥΣΙΚΗ

Η Δέσπω κάνει πόλεμο… στην Εθνική Λυρική Σκηνή

i-despo-kanei-polemo-stin-ethniki-lyriki-skini-561364669

Είτε σε σχολικά βιβλία είτε –καλή ώρα– σε επετείους, όλο και κάπου θα το έχουμε συναντήσει: «Η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ’ αγγόνια» αναγγέλλει λιτά και κατηγορηματικά το δημοτικό τραγούδι «Της Δέσπως», προτού μας αφηγηθεί την ιστορία μιας Σουλιώτισσας που προτιμάει τον θάνατο αντί της σκλαβιάς.

Ηταν η γυναίκα του οπλαρχηγού Γεωργάκη Μπότση. Το 1803, κυνηγημένη από τους άνδρες του Αλή Πασά, κλείστηκε σε έναν πύργο, στο Ζάλογγο. Την ύστατη στιγμή, η Δέσπω μάζεψε κοντά της όλα τα γυναικόπαιδα και αρπάζοντας ένα δαυλί ανατίναξε το σύμπαν. «Και τα φυσέκια ανάψανε και όλοι φωτιά γενήκαν», καταλήγει το τραγούδι, ένα τέλος αρκετό για να προσδώσει στην αγωνίστρια τα αιώνια χαρακτηριστικά μιας ηρωίδας.

«Ηταν ηρωίδα, είναι το μόνο σίγουρο», λέει ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Γιώργος Νανούρης, ο οποίος επίσης πρωτογνώρισε τη Δέσπω από τους στίχους του ανώνυμου λαϊκού ποιητή, αλλά έμαθε περισσότερα για εκείνη προκειμένου να σκηνοθετήσει τη μονόπρακτη όπερα «Δέσπω, η ηρωίς του Σουλίου», σε μουσική του Παύλου Καρρέρ (1829-1896) και λιμπρέτο του Αντωνίου Μανούσου (1828-1903).

i-despo-kanei-polemo-stin-ethniki-lyriki-skini0Υπάρχει, όμως, και κάτι άλλο σημαντικό: «Επειδή εδώ και καιρό γίνεται συζήτηση για τα δικαιώματα και την ισότητα της γυναίκας», σημειώνει ο Γιώργος Νανούρης, «συνειδητοποίησα ότι η Δέσπω, δύο αιώνες πριν, πήρε τα όπλα όταν πέθανε ο άντρας της και πολέμησε γενναία, “σαν άντρας” και εκείνη. Είναι ένα τρανό παράδειγμα ότι η γυναικεία χειραφέτηση και ο δυναμισμός υπήρχαν και σε μια εποχή που τα δικαιώματα και η θέση της γυναίκας βρίσκονταν σε χειρότερη μοίρα. Φαντάσου τη Δέσπω να κάνει τότε κάτι τέτοιο, όταν σήμερα οι γυναίκες παλεύουν ακόμη για ίση αντιμετώπιση. Δεν μου αρέσει η φράση, αλλά ήταν μπροστά από την εποχή της».

Και τι γίνεται με τη φράση «σαν άντρας»; Ο Γιώργος Νανούρης αποκρίνεται: «Το να συγκρίνουμε μια γυναίκα με άντρα επειδή είναι δυναμική πρέπει, πιστεύω, να εκλείψει. Οπως και το αντίστροφο, το να χαρακτηρίζεται ως γυναίκα ένας άντρας επειδή είναι ευαίσθητος. Αποδίδουμε αντρικά χαρακτηριστικά στον δυναμισμό και γυναικεία στην ευαισθησία, ενώ πρέπει όλα να είναι για όλους».

Σε παρόμοιο κλίμα συνύπαρξης, η όπερα «Δέσπω» του Παύλου Καρρέρ, σκηνοθετημένη από τον Γιώργο Νανούρη και υπό τη μουσική διεύθυνση του Γιώργου Ζιάβρα, θα προβάλλεται από τη Δευτέρα στην GNO TV της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, αλλά δεν θα είναι μόνη: αποτελεί μέρος ενός δίπτυχου όπερας και χορού που, στο πλαίσιο της 200ής επετείου της Ελληνικής Επανάστασης, συμπληρώνεται από το έργο «Ελληνικοί χοροί» του Νίκου Σκαλκώτα, χορογραφημένο στο πρώτο μέρος από την Πατρίσια Απέργη και στο δεύτερο από τους Λίντα Καπετανέα και Γιόζεφ Φρούτσεκ. 

Δύο οι πρωτιές

Είναι η πρώτη όπερα που σκηνοθετεί ο Γιώργος Νανούρης και οι προκλήσεις ήταν για εκείνον πολλές: η απουσία της πρόζας, η επιλογή των ερμηνευτών με διαφορετικά, μουσικά κριτήρια, η συνεργασία με έναν μαέστρο και μια χορωδία κ.ά. «Ολοι οι συνεργάτες, όμως, είναι εξαιρετικοί και μου έμαθαν τα μυστικά που χρειάζεσαι όταν ξεκινάς να δουλεύεις πάνω σε μια όπερα», λέει ο ίδιος, προσθέτοντας: «Οφείλω, επίσης, πολλά στον Γιώργο Κουμεντάκη. Στην πρώτη συνάντησή μας είχα φοβηθεί, όμως με εμπιστεύθηκε περισσότερο από ό,τι εγώ τον εαυτό μου και με όπλισε με θάρρος».

Πρωτιά, σκηνοθετική τουλάχιστον, αποτελεί για εκείνον και η Επίδαυρος, όπου τον Ιούλιο θα παρουσιάσει την «Ιφιγένεια εν Ταύροις» του Ευριπίδη, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου και σε παραγωγή της εταιρείας «Το Θέατρο». Εδώ οι προκλήσεις είναι διαφορετικές. «Εχω μια αγωνία», εξομολογείται ο σκηνοθέτης και ηθοποιός. «Για μένα, αυτός ο τόπος είναι και θα παραμείνει ιερός. Δεν μπορώ να το αποβάλω από μέσα μου και δεν θέλω κιόλας. Πηγαίνω, λοιπόν, με πολύ σεβασμό και σοβαρότητα. Δεν θέλω να προσβάλω το έργο, το μέρος, τους θεατές, τους ανθρώπους που με εμπιστεύθηκαν. Θέλω μια παράσταση που ελπίζω ότι θα είναι αφενός αντάξια του χώρου και αφετέρου τόσο συγκινητική όσο και το να παρακολουθείς ένα έργο εκεί όπου ίσως το παρακολουθούσε 2.500 χρόνια πριν και ο ίδιος ο συγγραφέας του».