ΒΙΒΛΙΟ

Η βαρβαρότητα της βαρεμάρας

i-varvarotita-tis-varemaras-561372187

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΑΝΟΥΔΗΣ
Η ανάγκη τού να είναι 
κανείς βάρβαρος
εκδ. Ο μωβ σκίουρος, σελ. 152
 
i-varvarotita-tis-varemaras0«Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις». Ο πολυύμνητος καταληκτικός στίχος του καβαφικού ποιήματος είναι ο μίτος στο μυθιστόρημα του Δημήτρη Τανούδη. Σε μια πολιτεία που συστάθηκε μετά τον αφανισμό της γνωστής μας ανθρωπότητας, οι βάρβαροι, ένα φαντασιακό βιολογικό είδος, συνεχίζουν να αποτελούν απειλή μα και προσμονή. Ο αφηγητής διαθέτει ένα από τα υψηλότερα αξιώματα της πολιτείας, ανήκει στους Ανθρώπους των Λόγων και είναι επόπτης. Περπατώντας στην περιορισμένη έκταση του κόσμου του, την οποία οριοθετούν ένα δάσος, δύο παλάτια και ένα τείχος, παρατηρεί τους συμπολίτες του, μεταφέροντάς μας τις εθιμοτυπίες αυτού του μικροσκοπικού σύμπαντος.

Ο αφηγητής εποπτεύει τις επίγειες χειρωναξίες με το μυαλό του κατακλυσμένο από στοχασμούς. Περιμένοντας τους βαρβάρους, αναρωτιέται αν τελικά η πνευματική εκλέπτυνση διευκολύνει τις ανθρώπινες σχέσεις. Γνωρίζει θεωρητικά πως «η διαχείριση της εγωιστικής ενέργειας ήταν το θεμέλιο του πολιτισμού», αλλά ο δικός του πολιτισμός δεν θέλει καμία συνάφεια με τον παλιό, που αυτοκαταστράφηκε εξαιτίας των δομικών του ατελειών. Ο πολιτισμός που προασπίζεται ο αφηγητής επιδιώκει την ολοσχερή απόσχιση από το παρελθόν. Οι νεκροί δεν μνημονεύονται, τα βιβλία των παλαιών διαβάζονται σαν παραμύθια. Ωστόσο, το μείζον πρόβλημα της ύπαρξης, το πώς συγκεράζεται το μυαλό με τις ανορθολογικές ενορμήσεις, παραμένει άλυτο. «Ο άνθρωπος σπρώχνει τον εαυτό του στον πόνο. Οι άνθρωποι σπρώχνουν τον άνθρωπο στον πόνο». Η οδύνη της ύπαρξης είναι ισοδύναμη, ως προς την ακαταληψία, με το μέγιστο ζήτημα της θεοδικίας.

Οι βάρβαροι, που υποτίθεται ότι κατοικούν πέρα από το τείχος, είναι «το ύστατο όριο». «Γιατί αν ποτέ περάσουμε όλα τα άλλα, θα φτάσουμε στην κατάσταση στην οποία φανταζόμαστε τους βαρβάρους». Ο αφηγητής, ο οποίος βρίσκεται κοντά στο έσχατο όριο της αυτοκτονίας, δεν σταματά να σκέφτεται τους βαρβάρους, όχι όμως σαν τέρμα, αλλά σαν απόδραση σε έναν πλατύτερο κόσμο. Υποφέρει από ανία, η πολιτεία που περιφρουρεί του φαίνεται αφόρητα βαρετή και λαχταρά μια συγκίνηση που θα καταστείλει τη συντριπτική δύναμη της βαρεμάρας. Στη φαντασίωση των βαρβάρων ενυπάρχει η εκπλήρωση μιας άφατης επιθυμίας. Ούτε οι φιλοσοφικές ακροβασίες ούτε τα σαρκικά αδιέξοδα καταφέρνουν να πλήξουν την πλήξη. Η βαρβαρότητα θα μπορούσε ίσως να ενσαρκώσει όσα ο πολιτισμός απέτυχε να εκπληρώσει. «Το ζήτημα όμως ήταν να αποφύγουμε την ανία, να την αποφύγουμε με κάθε τρόπο». Αν ο αφηγητής έχει τόσο πολύ ανάγκη να πιστεύει στην ύπαρξη των βαρβάρων, είναι επειδή τον προστατεύουν από την πλήξη. Δεν τους φοβάται, τους φαντάζεται για να τους αγαπήσει. Επειδή ο ίδιος είναι δέσμιος μιας ανέφικτης αγάπης. Η εποίκηση της επικράτειας των βαρβάρων γίνεται έτσι το υποκατάστατο της ιδεατής ευτυχίας, της αγάπης.

Είναι προφανές ότι ο Τανούδης ενδιαφέρεται περισσότερο για τις ιδέες παρά για την πλοκή. Τα μυθοπλαστικά προσχήματα, όπως για παράδειγμα το επαπειλούμενο γκρέμισμα του τείχους και η διαφυγή στην αγριότητα, αποδεικνύονται ισχνά. Οι βάρβαροι είναι «μια κάποια λύσις» μυθιστορηματική, αλλά όχι επαρκής. Παρ’ όλα αυτά, επειδή και τα δύο προηγούμενα βιβλία του Τανούδη ρέπουν πιο πολύ προς την περίσκεψη παρά προς την πλοκή, οι ιδέες διατυπώνονται με επιτακτικότητα, εκρήγνυνται σαν βίαιοι σπασμοί του μυαλού. Η διαπάλη πνεύματος και σώματος, η παλινδρόμηση της ανθρώπινης ιστορίας μεταξύ συντήρησης και καταστροφής, η ανεπάρκεια του Λόγου, η φθαρτότητα των αναχωμάτων έναντι της βαρβαρότητας, με όποια έννοια και αν την ενδύουμε, είναι ζητήματα που επανέρχονται στην αφήγηση με σφοδρή αγωνία, η οποία εντέλει κλέβει την αναγνωστική προσοχή.