ΒΙΒΛΙΟ

Μια αιματοβαμμένη χώρα που μετράει πολλά τραύματα 

mia-aimatovammeni-chora-poy-metraei-polla-traymata-561387322

Το 1985 προβλήθηκε η κινηματογραφική ταινία «Ελα να δεις», σε σκηνοθεσία του Ελεμ Κλίμοφ. Ο τίτλος, αντλημένος από το «Ερχου και βλέπε» της Αποκάλυψης του Ιωάννη, αναδεικνύει ακριβώς αυτό: τον αποκαλυπτικό χαρακτήρα των γερμανικών θηριωδιών στην Λευκορωσία του 1943. Το «Ελα να δεις» δεν είναι απλώς μια ταινία για τη φρίκη του πολέμου αλλά, ειδικότερα, για τον ιδιαίτερο χαρακτήρα που είχε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος στην ανατολική Ευρώπη: πέρα από το απύθμενο φυλετικό μίσος ανάμεσα στους Γερμανούς και τους Σλάβους, οι γερμανικές φρικαλεότητες εις βάρος των αμάχων, κυρίως του εβραϊκού πληθυσμού της Λευκορωσίας, συνθέτουν ένα εφιαλτικό σκηνικό. 

Το κακό όμως είχε ξεκινήσει από πιο νωρίς. Οπως γράφει στο εμβληματικό έργο του «Αιματοβαμμένες χώρες. Η Ευρώπη μεταξύ Χίτλερ και Στάλιν» (εκδ. Παπαδόπουλος) ο Αμερικανός ιστορικός Τίμοθι Σνάιντερ, το 1937 ο σταλινικός τρόμος χτύπησε μαζικά τη Λευκορωσία: ολόκληρη η κομματική ηγεσία του Μινσκ εκδιώχθηκε άγρια. Οχι όμως μόνον οι τοπικοί κομματικοί αρχηγοί αλλά και πολλοί απλοί πολίτες κατηγορήθηκαν ότι «υποδαύλιζαν τον λευκορωσικό εθνικισμό, υπονομεύοντας τη σοβιετική πολιτική γραμμή», ήταν «Λευκορώσοι εθνικιστές και φασίστες» που συνεργάζονταν με «Πολωνούς κατασκόπους». «Οπως οι ουκρανικές περιοχές, έτσι και οι λευκορωσικές, μοιράζονταν μεταξύ Σοβιετικής Ενωσης και Πολωνίας, οπότε τέτοιου τύπου κατηγορίες δεν ήταν δύσκολο να στοιχειοθετηθούν», γράφει ο Σνάιντερ. 

Αυτό που ακολούθησε ήταν στοχευμένες μαζικές σφαγές των καλλιεργημένων εκπροσώπων της εθνικής κουλτούρας της Λευκορωσίας. Οπως το έθεσε αργότερα ένας συνεργάτης του διοικητή της διαβόητης NKVD Μπόρις Μπέρμαν, ο οποίος είχε συνολική εποπτεία των σφαγών, «ο Μπέρμαν κατέστρεψε το άνθος της ιντελιγκέντσιας της Λευκορωσίας» (ο Μπέρμαν αντικαταστάθηκε λίγο αργότερα από τον Λαβρέντι Μπέρια και εκτελέστηκε, στο ίδιο πνεύμα όπως με τις εκτελέσεις που ο ίδιος διηύθυνε, το 1939). Ο Σνάιντερ σημειώνει πως δολοφονήθηκαν «όχι λιγότερο από 218 κορυφαίοι Λευκορώσοι συγγραφείς». Οι εκτελέσεις, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν ταχύτατα, έλαβαν χώρα δώδεκα χιλιόμετρα βορείως του Μινσκ, στο δάσος του Κουραπάτι, γνωστό για τα λευκά του άνθη. Συνολικά, από τους 19.931 Λευκορώσους που συνελήφθησαν στο πλαίσιο της λεγόμενης «πολωνικής επιχείρησης» (το βασικό επιχείρημα ήταν πως πίσω από τους Λευκορώσους κρύβονταν Πολωνοί κατάσκοποι), καταδικάστηκαν σε θάνατο 17.772: Λευκορώσοι, Πολωνοί αλλά και Εβραίοι.

Οι διώξεις, ωστόσο, στην περιοχή είχαν ξεκινήσει ήδη από το 1932. Ο Ορλάντο Φίγκες, Βρετανός ιστορικός, ειδήμων στην προφορική ιστορία της πρώην Σοβιετικής Ενωσης, αναφέρει το παράδειγμα της Βαλεντίνας Κροποτίνα στο μνημειώδες βιβλίο του «Οι Ψιθυριστές. Η ιδιωτική ζωή στη Ρωσία του Στάλιν» (The Whisperers. Private Life in Stalin’s Russia, εκδ. Allen Lane-Penguin, 2007). Η Βαλεντίνα γεννήθηκε το 1930 σε οικογένεια φτωχών αγροτών της Λευκορωσίας οι οποίοι υπέστησαν διώξεις το 1932 ως «κουλάκοι». Η πρώτη της ανάμνηση είναι να τρέχει με τους γονείς της από το φλεγόμενο σπίτι τους το οποίο πήρε φωτιά με εντολή των κομμουνιστών του χωριού τους. Η φωτιά μπήκε τη νύχτα και ενώ η οικογένεια κοιμόταν μέσα στο σπίτι. Οι γονείς άρπαξαν την τελευταία στιγμή τις δύο τους κόρες και επέζησαν με βαριά εγκαύματα. Ο δε πατέρας της Βαλεντίνας συνελήφθη την ίδια νύχτα. Τα επόμενα έξι χρόνια της ζωής του τα πέρασε φυλακισμένος στη Σιβηρία. 

Το 1941, η Λευκορωσία έγινε το σκηνικό των φονικών συγκρούσεων ανάμεσα στη ναζιστική Γερμανία και τη Σοβιετική Ενωση. Εκτός από ένα ατελείωτο πεδίο μάχης, με τα δάση της ειδικά να κυριαρχούνται από Σοβιετικούς παρτιζάνους, Γερμανούς αστυνομικούς και τα Βάφεν Ες Ες σε μια ανηλεή σύγκρουση μεταξύ τους (το «Ελα να δεις» αποτυπώνει και αυτή την πλευρά), η γη της Λευκορωσίας γέμισε με στρατόπεδα Σοβιετικών αιχμαλώτων που λιμοκτονούσαν έως θανάτου, και, βέβαια, αγρούς όπου θέριζαν τα αποσπάσματα του θανάτου, κυρίως τον άμαχο εβραϊκό πληθυσμό. Οπως έχει καταδείξει ο Τίμοθι Σνάιντερ, εδώ μπορούμε να ξεχάσουμε τα περί βιομηχανικής γραφειοκρατίας του θανάτου που ήταν το Αουσβιτς και τα άλλα στρατόπεδα εξόντωσης. Εδώ έχουμε μαζικές εκτελέσεις πάνω από αυτοσχέδιους λάκκους, με πυροβολισμούς εξ επαφής, είτε από Γερμανούς είτε από Λευκορώσους συνεργάτες που μισούσαν τους Εβραίους (όπως και στην Ουκρανία, έτσι και στη Λευκορωσία υπήρχε υψηλό ποσοστό αντισημιτισμού). Οι εκτελέσεις αυτές (στη Λευκορωσία, στην Ουκρανία, στην Πολωνία) είχαν τέτοιο ειδεχθή χαρακτήρα που ακόμα και αρκετοί Γερμανοί εκτελεστές αρνούνταν από ένα σημείο κι έπειτα να συμμετάσχουν σε αυτές, όπως δείχνει εξαιρετικά στο τεκμηριωμένο βιβλίο του «Συνηθισμένοι άνδρες. Εφεδρικό Αστυνομικό Τάγμα 101 και η Τελική Λύση στην Πολωνία» (Ordinary Men. Reserve Police Battalion 101 and the Final Solution in Poland, εκδ. Harper, 1998) ο Αμερικανός ιστορικός Κρίστοφερ Μπράουνινγκ.

Στο Μινσκ

Ειδικά το Μινσκ έγινε το επίκεντρο της ναζιστικής καταστροφικότητας, με γκέτο, στρατόπεδα συγκέντρωσης, στρατόπεδα αιχμαλώτων και τόπους εκτελέσεων. «Εντέλει», γράφει ο Σνάιντερ, «το Μινσκ μεταμορφώθηκε από τους Γερμανούς σε ένα είδος μακάβριου θεάτρου». Οταν ο Σνάιντερ συγκρίνει τις μεθόδους της σταλινικής αστυνομίας με εκείνες των ναζί, λέει πως «ακόμα και στο αποκορύφωμα του Μεγάλου Τρόμου του Στάλιν εκείνα τα χρόνια, η NKVD ήταν πάντοτε διακριτική, παίρνοντας ανθρώπους κατά μόνας ή σε δυάδες μέσα στη νύχτα. Οι Γερμανοί εκτελούσαν μαζικά κατά τη διάρκεια της ημέρας, προσφέροντας δημόσιο θέαμα». Αναφέρει την περίπτωση ενός πατέρα ο οποίος αφού επέστρεψε από καταναγκαστική εργασία ανακάλυψε ότι όλη του η οικογένεια είχε εκτελεστεί εκείνη ακριβώς την ημέρα: «η γυναίκα μου, τα τρία μου παιδιά, η ηλικιωμένη μητέρα μου και τα δύο της παιδιά – ψυχή δεν έμεινε».

Το τραγικό είναι ότι η φρίκη συνεχίστηκε και μετά τον πόλεμο. Ο Φίγκες αναφέρει πως μεταξύ 1945 και 1950 το σύστημα των γκούλαγκ διογκώθηκε απίστευτα χάρη στις αθρόες συλλήψεις μη-Ρώσων πολιτών, όπως και πολλών Λευκορώσων. Αν πριν από τον πόλεμο, τα γκούλαγκ είχαν συνολικά 1,7 εκατ. ψυχές, το 1949 το νούμερο αυτό είχε αυξηθεί σε 2,4 εκατομμύρια. 

Σε χώρες όπως τη Λευκορωσία, που δεν γνώρισαν ποτέ τη δημοκρατία επί της ουσίας, η κουλτούρα της πολιτικής βίας, της οποίας γίναμε μάρτυρες πολύ πρόσφατα, με την κινηματογραφική απαγωγή και σύλληψη του νεαρού δημοσιογράφου Ρόμαν Προτάσεβιτς, φαίνεται πως έρχεται από ένα βάθος χρόνου. Και όχι μόνον από την κόλαση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ντιρλεβάνγκερ

Ο Τίμοθι Σνάιντερ γράφει ότι η γερμανική μονάδα που είναι υπεύθυνη για τις χειρότερες θηριωδίες στη Λευκορωσία ήταν η SS Special Commando Dirlewanger, η οποία έφτασε στη χώρα τον Φεβρουάριο του 1942. Διοικητής της ήταν ο βίαιος, αλκοολικός και τοξικομανής Οσκαρ Ντιρλεβάνγκερ. Παλαιό μέλος του ναζιστικού κόμματος, είχε παρελθόν με βασανισμούς κομμουνιστών αλλά και σεξουαλικών επαφών με ανήλικα κορίτσια. Η μονάδα του εξόντωσε τουλάχιστον 30.000 ανθρώπους στη Λευκορωσία. Στόχος δεν ήταν μόνον οι Εβραίοι αλλά οι Λευκορώσοι άμαχοι γενικότερα. Η μέθοδος ήταν απλή: περικύκλωναν χωριά και σκότωναν όσους περισσότερους χωρικούς μπορούσαν. Ο ίδιος ο Ντιρλεβάνγκερ είχε τη συνήθεια να κλείνει ολόκληρα χωριά μέσα σε αχυρώνες και να καίει τους ανθρώπους ζωντανούς (το σκηνικό του «Ελα να δεις» του Κλίμοφ). Μια άλλη μέθοδος ήταν να στέλνουν αμάχους σε ναρκοπέδια και να κομματιάζονται πατώντας πάνω σε νάρκες. Στα τέλη του ’42 και στις αρχές του ’43, οι Γερμανοί εξόντωσαν γκέτο και χωριά που υποτίθεται ότι σχετίζονταν με τους παρτιζάνους. Τον Σεπτέμβριο του ’42, η Ταξιαρχία Ντιρλεβάνγκερ εξόντωσε 8.350 Εβραίους που ζούσαν ακόμα στο γκέτο του Μπαρανοβίτσι, καθώς επίσης 389 «άτακτους» και 1.274 «ύποπτους για σχέσεις με ατάκτους». Πέθανε το 1945 σε στρατόπεδο αιχμαλώτων. Οι συνθήκες του θανάτου του καλύπτονται ακόμα με μυστήριο.