ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Νανούρισμα του «Birdland»

nanoyrisma-toy-birdland-561392776

Ηταν μία από τις πιο γλυκιές αναμνήσεις της ζωής του. Ενα ζεστό και υγρό απομεσήμερο στο «Birdland», στην καρδιά του Μανχάταν, όπου είχε διαβάσει ότι θα έπαιζε η «Ορχήστρα του Ντιουκ Ελινγκτον». Εις μνήμην φυσικά: επρόκειτο για μουσικούς-επιγόνους του μεγάλου «Δούκα».
Το πιο ωραίο όμως ήταν η ώρα: οι Αμερικανοί δεν περιμένουν να βραδιάσει για ν’ ακούσουν τζαζ (ή να πάνε σινεμά). Ηταν, λοιπόν, κάτι σαν «απογευματινή παράσταση», με τη βροχή έξω να πέφτει γενναία.

Το κλαμπ δεν είχε τίποτε από την παλαιά, θρυλική αίγλη της 52ης Οδού του 1950, παρά μόνον κατ’ όνομα. Αλλά αυτό διόλου δεν τον πείραζε. Πήγε μόνος και μουσκεμένος, κάθισε στην μπάρα και χωρίς να το πολυκαταλάβει βρέθηκε να πίνει πλάι σε έναν παλιό Νεοϋορκέζο, ο οποίος είχε όρεξη για κουβέντα. 

«Το 1955», του είπε, «ήμουν δεκαεπτά χρόνων. Τότε που όλα συνέβαιναν». Οταν, δηλαδή, τελείωνε το σχολείο, έσκαγαν σαν ατομικές βόμβες ο Μπιλ Χάλεϊ, ο Καρλ Πέρκινς, ο Ελβις βεβαίως. 

Προτού όμως ανακαλύψει το ροκ εν ρολ («Ααα, ροκ!» αναφωνεί όλος ενθουσιασμό ο κύριος Ζέρινγκας στη «Θεία απ’ το Σικάγο» το 1957), τα ακούσματά του ήταν οι παλιές μεγάλες μπάντες και τα μικρά «κόμπος» που είχαν απομείνει από τους σολίστ τους: Μπακ Κλέιτον, Τζόνι Χότζες, αμφότεροι στις μπάντες του Ντιουκ Ελινγκτον, ο πρώτος στην τρομπέτα, ο δεύτερος στο σαξόφωνο.

Θυμόταν ακόμα την τρομπέτα του Ρόι Ελντριτζ στην ορχήστρα του δαιμόνιου Τζιν Κρούπα, «που διέλυε το σύμπαν –σε συνδυασμό και με τη βραχνή φωνή της Ανίτα Ο’ Ντέι– να, ο Κρούπα», έλεγε ο άγνωστος Αμερικανός, «φλέρταρε χοντρά με το μποπ, το ανακάτεψε με το σουίνγκ. Και ήταν πολύ ωραίος. Οπως και ο Γούντι Χέρμαν. Εχεις ακούσει το “My Father’s Moustache”; Ωραίοι, ωραίοι μουσικοί. Σκέψου ότι ο Κρούπα είχε παίξει και στη μεγάλη συναυλία του Μπένι Γκούντμαν στο Κάρνεγκι Χολ – πότε ήταν, το ’37, το ’38; Οταν γεννιόμουνα».

Αλλά ήταν και παιδί της εποχής του. «Θυμάμαι μια νύχτα, στο φέρι για το Στέιτεν Αϊλαντ, ακούγαμε αυτό που αργότερα ονομάστηκε Doo-Wop. Εμείς τότε όλα ροκ εν ρολ τα λέγαμε, ακόμα και αυτές τις μπαλάντες με τα θεσπέσια νέγρικα φωνητικά. Ηταν η αρχή του καλοκαιριού, ήμουνα δεκαοκτώ και άκουγα το “Earth Angel” με ένα κορίτσι. Εκτοτε κάθε φορά που ακούω τους Penguins, εκείνη θυμάμαι. Παιδιά ήμαστε, έμελλε να χαθούμε, αν και εκείνη την εποχή παντρευόμασταν έτσι, για πλάκα, στα δεκαοκτώ μας, στα είκοσι».

Στο «Birdland» έπαιζε το «Mood Indigo», σε μια αργόσυρτη, νανουριστική εκδοχή, όταν ο άγνωστος Αμερικανός σηκώθηκε να φύγει. «Για κάποιο λόγο», του είπε, «το κορίτσι αυτό μου έμεινε. Θα έλεγα ότι σχεδόν δεν την άγγιξα ποτέ μου. Δεν την κατέκτησα, πώς-το-λένε. Αλλά ήταν μια μουσική όλο αυτό, από μόνο του. Την οποία ακούω ακόμα κάθε νύχτα που πέφτω να κοιμηθώ. Και, ξέρεις, κοιμάμαι τότε σαν πουλάκι».