ΒΙΒΛΙΟ

«Ακουσα το αίμα μου να ζεσταίνη»

akoysa-to-aima-moy-na-zestaini-561400147

ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΜΟΥΤΖΑΝ – ΜΑΡΤΙΝΕΓΚΟΥ 
Αυτοβιογραφία
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 156
 
«Η μήτηρ μου Ελισάβετ Μουτζάν, εγεννήθη τας 2 Οκτωβρίου 1801, εκ πατρός Φραγκίσκου Μουτζάν και εκ μητρός Αγγελικής Συγούρου. Αμφότεραι αι οικογένειαι αύται ήσαν εκ των αριστροκρατικωτέρων της ημετέρας πατρίδος Ζακύνθου. Απεβίωσε δε δυστυχώς η μήτηρ μου κατά τον τοκετόν τη εννάτη Νοεμβρίου 1832, 16 ημέρας μετά την γέννησίν μου».

Το εισαγωγικό κείμενο με τίτλο «Η μήτηρ μου», του Ελισαβέτιου Μαρτινέγκου, γιου τής Ελισάβετ Μουτζάν – Μαρτινέγκου, περιλήφθηκε στην πρώτη έκδοση της «Αυτοβιογραφίας» της το 1881. Ακόμη και τότε, πενήντα χρόνια μετά θάνατον, για να ακουστεί η φωνή της, χρειάστηκε η διαμεσολάβηση ενός άντρα. Εκείνος ήταν που επιμελήθηκε –κάνοντας βεβαίως κάποιες περικοπές που θεώρησε απαραίτητες– το συγκεκριμένο, ολιγοσέλιδο αυτοβιογραφικό κείμενο σε έναν τόμο που συμπεριλάμβανε επίσης ποιήματά της. Κι όμως η Μουτζάν – Μαρτινέγκου λογίζεται πλέον ως η πρώτη πεζογράφος της νεοελληνικής γραμματείας. Οσο για την «Αυτοβιογραφία» της, γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο και σε γλώσσα σχετικά απλή –δύο τολμηρές συγγραφικές επιλογές λαμβάνοντας υπόψη την εποχή– είναι το πιο γνωστό έργο της.

akoysa-to-aima-moy-na-zestaini0

Το συγκεκριμένο βιβλίο δεν αφορά μόνον τους φιλολόγους και τις επιστημονικές τους εργασίες, ούτε τους ιστορικούς που αναζητούν τα ίχνη μιας περιόδου σε λογοτεχνικά κείμενα. Ειδικά φέτος που γιορτάζονται πανηγυρικά τα 200 χρόνια από την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης, η Ελισάβετ Μουτζάν – Μαρτινέγκου θα έπρεπε να αποτελεί μία από τις προσωπικότητες, στις οποίες οφείλουμε το νεωτερικό κράτος που με υπερηφάνεια προβάλλουμε. Δεν έχει σημασία που δεν πολέμησε· η ίδια έγραφε στην «Αυτοβιογραφία» της όταν η είδηση του ξεσηκωμού των Ελλήνων έφτασε στα Επτάνησα: «Ακουσα το αίμα μου να ζεσταίνη, επεθύμησα από καρδίας να ήθελεν ημπορώ να ζωστώ άρματα». Τόσο εκείνη, όσο και η Ευανθία Καΐρη, είναι οι δύο κορυφαίες από τις ελάχιστες γυναίκες των γραμμάτων της περιόδου, που κατάφεραν να δημιουργήσουν αξιόλογο συγγραφικό έργο παρά τον κοινωνικό αποκλεισμό. Ηταν άτυχες επειδή η συμβολή τους δεν αποτιμήθηκε όσο έπρεπε λόγω του φύλου τους. Αλλά ήταν τυχερές, επειδή υπήρξαν από τις ελάχιστες που τις άγγιξε ο ανανεωτικός άνεμος του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού: μορφώθηκαν, παρήγαγαν έργο και συνέβαλαν στην καλλιέργεια της ελληνικής γλώσσας και παιδείας.

Πάθος για γνώση

Η «Αυτοβιογραφία» αρχίζει από τότε που η Ελισάβετ ήταν 8 ετών. «Εγώ δεν εγνώριζα ακόμη το αλφαβητάρι», γράφει και εξηγεί πώς έμαθε αργότερα τα πρώτα της γράμματα. Αρχίζει λοιπόν από το σημείο όπου ξεκινάει η πιο παθιασμένη σχέση της ζωής της: αυτή με τη γνώση. Η κλίση της στα γράμματα, η επιμονή, η αγωνία, η προσπάθεια, τα κοινωνικά εμπόδια, που την υποχρέωσαν να πραγματοποιήσει μόνον μερικώς το όνειρο της μόρφωσης –υπήρξε κυρίως αυτοδίδακτη– και της συγγραφής είναι ένα νήμα που διαπερνά την αφήγηση. Η οικογένεια των Μουτζάν ήταν από τις επιφανέστερες της Ζακύνθου, και εμφανίζεται στο Libro d’ Oro από το 1633. Ο πατέρας της ασχολήθηκε με τον δημόσιο βίο και κατέλαβε υψηλά πολιτικά και διοικητικά αξιώματα. Η ίδια στη σύντομη ζωή της κινήθηκε παράλληλα με κοσμοϊστορικά γεγονότα που άλλαζαν την Ευρώπη. Δυστυχώς το νεωτερικό πνεύμα δεν κατάφερνε να περάσει τους τέσσερις τοίχους του οικογενειακού σπιτιού στην «πλατεία Ρούγα». Η Ελισάβετ αναζητούσε διαρκώς χώρο ώστε να ασχοληθεί με τη μόρφωσή της, και ηρεμία για να μελετήσει. Τόλμησε μάλιστα να αρνηθεί τον γάμο, ευχόμενη να κλειστεί σε μοναστήρι. Ομως η λαχτάρα της για μάθηση χαρακτηριζόταν από τον πάτερα της «άτοπη», η δε επιθυμία της να συμμετέχει στα κοινά και να αποφασίζει για τη ζωή της αδιανόητη. «Αλλοίμονον! Μέσα εις τούτο το σπήτι όπου είμαι κλεισμένη δεν έχω, δεν γνωρίζω κανέναν!», έγραφε.

Κάποια στιγμή κατάλαβε ότι δεν είχε καμιά ελπίδα να απεκδυθεί «τα μακρά φορέματα της γυναικείας σκλαβιάς». Παντρεύτηκε σχετικώς μεγάλη σε ηλικία, και σύντομα έφυγε από τη ζωή. Ωστόσο κάτι καλό πρόλαβε να κάνει. Οπως ωραία γράφει η Κατερίνα Σχινά στην ενδιαφέρουσα και τρυφερή εισαγωγή της παρούσας έκδοσης «περνώντας στο βελόνι της, ξανά και ξανά, μια εύθραυστη λυρική κλωστή, […] η Ελισάβετ θα βρει τον τρόπο να υφάνει, ωριμάζοντας, ένα σπαρακτικό έργο γυναικείας αυτοσυνειδησίας».