ΜΟΥΣΙΚΗ

Εξαιρετικός Γουβέλης στο Συμφωνικό Κοντσέρτο του Καλομοίρη

exairetikos-goyvelis-sto-symfoniko-kontserto-toy-kalomoiri-561405367

Εργα δύο σημαντικών Ελλήνων συνθετών παρουσίασε η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στη συναυλία που μεταδόθηκε διαδικτυακά στις 12 Ιουνίου από το Μέγαρο Μουσικής. Ακούστηκαν το Συμφωνικό Κοντσέρτο για πιάνο του Μανώλη Καλομοίρη με σολίστ τον Τίτο Γουβέλη και πέντε από τους συνολικά 36 Ελληνικούς χορούς του Νίκου Σκαλκώτα. Διηύθυνε ο Αναστάσιος Συμεωνίδης.

Εμπνευσμένα από την παραδοσιακή μουσική, τα έργα έδειξαν στην πράξη πόσο διαφορετικά μπορεί να αξιοποιηθεί το ίδιο υλικό, ανάλογα με τις προθέσεις κάθε συνθέτη. Η μία γενιά που χωρίζει τους δύο δημιουργούς είναι καθοριστική. Ο Καλομοίρης σπούδαζε στη Βιέννη από το 1901 έως το 1906, δηλαδή πριν γεννηθεί ο Σκαλκώτας (1904) και αρκετά πριν από το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου με τις ανατροπές τις οποίες αυτός θα έφερνε σε όλους τους τομείς της ζωής και των τεχνών. Ηταν ακόμα η εποχή των «εθνικών σχολών», όπου η μουσική έμπαινε στην υπηρεσία της ιδεολογίας του εθνικισμού. Η παραδοσιακή μουσική εθεωρείτο ότι εξέφραζε την «ψυχή» κάθε λαού, όπως διατεινόταν έναν αιώνα νωρίτερα ο Γερμανός φιλόσοφος Χέρντερ. Στην Ελλάδα, αλυτρωτισμός και Μεγάλη Ιδέα ενέπνεαν.

Ο Σκαλκώτας έφτασε για σπουδές στο Βερολίνο το 1921, στον Μεσοπόλεμο, όταν οι συνθέτες αναζητούσαν νέους τρόπους έκφρασης. Η παραδοσιακή μουσική αντιμετωπιζόταν πλέον με επιστημονικό τρόπο. Για τον μοντερνισμό, το «εθνικό» ήταν αδιάφορο. Αποτελούσε ίσως συναισθηματικά φορτισμένο υλικό, αλλά ιδεολογικά ουδέτερο. Τo 1915, ο Μπέλα Μπάρτοκ μετά από μουσικολογική έρευνα συνέθεσε τους Ρουμανικούς χορούς, τους οποίους ενορχήστρωσε το 1917. Το 1934 η Μέλπω Μερλιέ, διευθύντρια του Μουσικού Λαογραφικού Αρχείου του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, ζήτησε από τον Σκαλκώτα να αποτυπώσει σε παρτιτούρα 44 δημοτικά τραγούδια από ηχογραφήσεις 78 στροφών.

Την εποχή διαμόρφωσης της μουσικής προσωπικότητας του Καλομοίρη, στα μεγάλα συμφωνικά έργα με πιάνο δέσποζε η προσωπικότητα του Ραχμάνινοφ. Την εποχή του Σκαλκώτα στη συμφωνική γραφή το πρότυπο ήταν έργα της Β΄ Σχολής της Βιέννης, όπως του Σένμπεργκ, ο οποίος υπήρξε και δάσκαλός του. Παρότι οι Ελληνικοί χοροί έχουν γραφεί κυρίως σε τονικό ιδίωμα, η ποιότητα της ενορχήστρωσης και η συνομιλία των διαφορετικών φωνών σχετίζονται άμεσα με τη μουσική γλώσσα της εποχής.

Από τον Τίτο Γουβέλη δεν ανέμενε κανείς τίποτε λιγότερο από μια συναρπαστική απόδοση του εξαιρετικά απαιτητικού έργου του Καλομοίρη. Οχι μόνον επειδή ακούστηκαν όλες οι νότες και ακούστηκαν καλά, γεγονός από μόνο του σημαντικό, αλλά επειδή ο πιανίστας βρήκε νόημα πέρα από τον καθαρά δεξιοτεχνικό πιανιστικό άθλο που πραγματοποίησε. Υποστήριξε το ιδεολογικό επιχείρημα του Καλομοίρη, κάτι εξαιρετικά δύσκολο μέσα από την τέχνη της μουσικής όταν δεν υπάρχει κείμενο, και συνεπώς δικαίωσε τη γραφή: αυτό που ακούσαμε είχε νόημα και το νόημα αυτό εξέφραζε την εποχή ιδεολογικής διαμόρφωσης του συνθέτη, όχι της σύνθεσης του έργου που είναι το 1935. Στη συνέχεια, οι πέντε Χοροί, όλοι από τη δεύτερη σειρά, δόθηκαν χωρίς προβλήματα, αλλά μάλλον προσεκτικά και καλομετρημένα, παρά με την πλαστικότητα που τους αναλογεί.