ΜΟΥΣΙΚΗ

Η δελφική κληρονομιά αναβιώνει

Ο ρόλος της ποίησης σε έναν κόσμο έτοιμο να τρελαθεί από την απληστία

i-delfiki-klironomia-anavionei-561411739

Είναι η καλλιτεχνική έφεση κάτι που ταξιδεύει ως γονίδιο μέσα στις γενιές; Πρόκειται απλώς για επιρροές και προσλαμβάνουσες όταν τα παιδιά ενός ζωγράφου, ενός γλύπτη, μουσικού ή συγγραφέα ακολουθούν και εκείνα τον ίδιο δρόμο; Στην περίπτωση της Ελένης Σικελιανού, πάντως, είναι σαν το χαμένο νήμα της ποίησης, την οποία υπηρέτησε με αφοσίωση ο διάσημος προπάππους της, να βρέθηκε ξανά μέσα σε εκείνη, δεκαετίες αργότερα, στην άλλη άκρη του κόσμου.

«Οι ιστορίες που άκουγα για τον Αγγελο (Σικελιανό) δεν ήταν κάποιου είδους εθνικά αφηγήματα, αλλά οικογενειακές ιστορίες, οι οποίες περιλαμβάνουν τραύματα και σχίσματα. Η ποιητική ιδιότητα του Αγγελου δεν έπαιξε ρόλο ώστε να ακολουθήσω κι εγώ αυτόν τον δρόμο, όμως το συναισθηματικό χάος που παρέδωσε στον γιο του, το οποίο με τη σειρά του πέρασε στην επόμενη γενιά, στον πατέρα μου και σε εμένα, σίγουρα το έκανε το γράψιμο ήταν ένας τρόπος για εμένα ώστε να ενώσω τις σπασμένες κλωστές. Δεν ήταν εύκολο για τον παππού μου, τον Γλαύκο, να είναι γιος του Αγγελου. Οπως δεν ήταν εύκολο για εμένα να είμαι κόρη του πατέρα μου, του γιου του Γλαύκου», μας λέει η γεννημένη στην Καλιφόρνια το 1965 Ελένη Σικελιανού.
Ποιήτρια με έφεση στο «επιστημονικό» ιδίωμα και πανεπιστημιακός, έχει επίσης γράψει το πολύ ενδιαφέρον «Βιβλίο του Τζον» (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη), εξιστορώντας τη δύσκολη σχέση με τον πατέρα της. 

«Η επιλογή ενός τρόπου ζωής του Αγγελου και της Εύας (Πάλμερ) έξω ή πέρα από τα συνηθισμένα είχε επίσης κάποια επιρροή πάνω μου, διότι και αυτό πέρασε στις επόμενες γενιές: η πίστη, δηλαδή, πως κανείς μπορεί να χαράξει το προσωπικό του μονοπάτι ζωής αντί να ακολουθήσει αυτό που κάνουν όλοι οι υπόλοιποι. Σαν κληρονομιά αυτό κουβαλά μεγάλη ομορφιά αλλά και μεγάλες προκλήσεις. Και γνωρίζοντας πως ο προπάππους μου ήταν ποιητής (μαζί με άλλους καλλιτέχνες και μποέμ μορφές και στις δυο πλευρές της οικογένειας) σίγουρα με έκανε να αναγνωρίσω πως κάτι τέτοιο ήταν εφικτό».
Τον μήνα που διανύουμε (11 Ιουνίου – 11 Ιουλίου) διεξάγονται σε έξι περιοχές της χώρας, εκεί όπου έζησε και έδρασε ο Σικελιανός, οι Ημέρες Δελφικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς, ένα καινούργιο φεστιβάλ που ανακαλεί τις περίφημες Δελφικές Εορτές που οραματίστηκε στις αρχές του περασμένου αιώνα ο ποιητής. Οταν ρωτάμε την Ελένη Σικελιανού, η οποία θα βρεθεί στις εκδηλώσεις της Αθήνας, τι σημαίνει για εκείνη η Ελλάδα, η απάντηση είναι λιτή:

«Σημαίνει τα πάντα. Δεν αγαπώ τα πάντα στην Ελλάδα, όμως είμαι ερωτευμένη μαζί της».

Η ίδια έχει φυσικά και τους αγαπημένους της Ελληνες ποιητές, τους οποίους διαβάζει μεταφρασμένους: «Αγαπώ τον Ρίτσο και την Ελένη Βακαλό και με ενδιαφέρουν πολύ σύγχρονοι ποιητές όπως η Φοίβη Γιαννίση, ο Θεόδωρος Χιώτης και άλλοι που συμμετέχουν στο περιοδικό “Φάρμακο”. Με έχουν συγκινήσει επίσης τα γραπτά του Γιάννη Στίγκα. Πάρα πολλά εξαρτώνται από τον μεταφραστή και την ικανότητά του να μεταφέρει το έργο σε μια νέα γλώσσα. Ισως περισσότερο από κάθε άλλη ευρωπαϊκή γλώσσα, νομίζω πως η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία υποφέρει από έλλειψη σπουδαίων μεταφραστών. Οταν σκέφτομαι την προσοχή που δίνεται σε Γάλλους ή Ισπανούς συγγραφείς και καλλιτέχνες του 20ού και του 21ου αιώνα εδώ στις Ηνωμένες Πολιτείες, προβληματίζομαι από το πόσο λίγα είναι γνωστά για τα αντίστοιχα ελληνικά ρεύματα».

i-delfiki-klironomia-anavionei0
Ποιήτρια με έφεση στο «επιστημονικό» ιδίωμα και πανεπιστημιακός, η Ελένη Σικελιανού έχει γράψει το πολύ ενδιαφέρον «Βιβλίο του Τζον».

Τα δώρα

Πόσο «συμβατή» είναι όμως η ποίηση με τον σημερινό, ταχύτατο κόσμο που αφιερώνει σπάνια την προσοχή του σε οτιδήποτε για πάνω από μερικά λεπτά; «Προφανώς δεν έχουν όλοι το ανοιχτό μυαλό ώστε να κατεβάσουν για λίγο ρυθμούς και να συλλάβουν αυτό που προσφέρει η ποίηση, όμως εκείνη θα περιμένει πάντα με τα δώρα της. Οι άνθρωποι δημιουργούν ποίηση (και εικόνες) από πάντα κι αυτό θα συνεχιστεί ώσπου να μην υπάρχουν πια άνθρωποι. Η ποίηση είναι επίσης επίκαιρη σε εποχές κρίσης, είτε είναι προσωπικές είτε εθνικές είτε διεθνείς, και νομίζω πως θα έχουμε ακόμα μπόλικες τέτοιες στο μέλλον. Ειδικά αυτές που σχετίζονται με το περιβάλλον, το κλίμα και τη μετανάστευση. Επιπλέον η ποίηση χρησιμοποιεί τη γλώσσα με τρόπο μη συναλλακτικό κι έτσι αψηφά τα συστήματα εμπορίου και εκμετάλλευσης· για αυτόν τον λόγο και παραμένει οδηγός για εμένα σε έναν κόσμο που κοντεύει να τρελαθεί από την ανθρώπινη απληστία. Δεν χρειάζεται να μου πει πώς να κάνω κάτι ή πώς να νιώσω, όμως την έχω ανάγκη για να μου υπενθυμίζει τις άλλες “πραγματικότητες”, τους τρόπους με τους οποίους ο ανθρώπινος νους μπορεί να ταξιδέψει, με μια γλώσσα που δεν επιδιώκει να αποκτήσει κάτι ή να πάει κάπου, αλλά απλώς να ανοιχτεί».