ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Ένας χαρισματικός οραματιστής του σινεμά

Η ειδική δίγλωσση έκδοση του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης τιμά τη μνήμη του Δημήτρη Εϊπίδη.

enas-charismatikos-oramatistis-toy-sinema-561420697

Μια βιογραφία δεν είναι εύκολη υπόθεση. Οσα στοιχεία και αν έχει στη διάθεσή του ο βιογράφος, κάτι θα μένει ανολοκλήρωτο. Λέγεται «αύρα» του βιογραφούμενου; Ή μήπως «αίσθηση» του να βρίσκεται κανείς κοντά του; Μπορούμε να ονομάσουμε αυτό που δύσκολα μεταδίδεται, όπως θέλουμε. Στην περίπτωση, όμως, του Δημήτρη Εϊπίδη (1939-2021), μιας από τις εξέχουσες φιγούρες του σύγχρονου ελληνικού και διεθνούς κινηματογράφου, το πράγμα περιπλέκεται: πώς να συνοψιστούν σε έναν τόμο η ζωή, η ιδιοσυγκρασία και η επίδραση ενός οραματιστή, που δεν ενδιαφερόταν να γίνεται πάντα αρεστός, αλλά πάντα έμοιαζε να βρίσκεται μπροστά από την εποχή του και να ψυχανεμίζεται τις μεταβολές των κινηματογραφικών ρευμάτων, πριν ακόμη αυτές συμβούν;

Η πρόσφατη ειδική έκδοση με την οποία το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης τιμά τον άνθρωπο που του άνοιξε «Νέους Ορίζοντες», που ίδρυσε και διεύθυνε το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της πόλης βγάζοντάς το εκτός συνόρων και που με μία φράση (του Γιώργου Κρασσακόπουλου συγκεκριμένα, επικεφαλής του Διεθνούς Προγράμματος του φεστιβάλ) «σου επέτρεπε να δεις όχι μόνο τις ταινίες, μα ολόκληρο τον κόσμο με καινούργια μάτια», δεν συνιστά μια απλή βιογραφία. Οχι ότι απουσιάζει μια καταγραφή της ζωής του Δημήτρη Εϊπίδη: στη δίγλωσση, 232 σελίδων, έκδοση, που κυκλοφορεί στο πλαίσιο της 23ης διοργάνωσης του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (24/6-4/7) και που είναι διαθέσιμη στο e-shop του φεστιβάλ και σε βιβλιοπωλεία της Ελλάδας, ο αναγνώστης θα βρει το σχετικό κεφάλαιο, γραμμένο από τον πεζογράφο και μεταφραστή Γιάννη Παλαβό.

Μαρτυρίες φίλων

Το κεφάλαιο έχει τον τίτλο «“Αίμα και αίσθημα ενός κόσμου αυθεντικού”: Ο μεγάλος περίπατος του Δημήτρη Εϊπίδη», βασίζεται σε μαρτυρίες φίλων και συνεργατών και περιγράφει μια ζωή, αν μη τι άλλο, πλούσια: τα πρώτα χρόνια στις Τζιτζιφιές πλάι στα παραπήγματα όπου ανθούσε το ρεμπέτικο, το ταξίδι στο Σαν Φρανσίσκο για σπουδές λογοτεχνίας και θεάτρου, η δουλειά του λαντζιέρη σε ένα ελληνικό εστιατόριο, η μετάβαση στη Νέα Υόρκη και η στροφή στον art house κινηματογράφο, η επιστροφή στην Ευρώπη και εκείνη η αγγελία που διαφήμιζε τον Καναδά ως τη «χώρα των ευκαιριών» και έπειτα, η γνωριμία με τον Δημήτρη Σπέντζο και με τον Κλοντ Σαμπερλάν, η ίδρυση και διεύθυνση του Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Μόντρεαλ, η επιδραστική παρουσία σε εκείνα του Τορόντο και του Ρέικιαβικ, η Θεσσαλονίκη φυσικά, όλα είναι εδώ· συμπληρωμένα με αποσπάσματα συνεντεύξεων του Δημήτρη Εϊπίδη και από τεκμήρια της αγάπης του για την τέχνη γενικά ή ακόμη και για τα αδέσποτα ζώα.

Ολα αυτά, ωστόσο, συμπληρώνονται και από πρωτότυπα κείμενα σκηνοθετών, φεστιβαλικών στελεχών ή συνεργατών του Δημήτρη Εϊπίδη: η Αμερικανίδα σκηνοθέτις Σάρα Ντράιβερ, οι Ιρανοί Τζαφάρ Παναχί και Μοσέν Μαχμαλμπάφ (εκπρόσωποι ενός εθνικού σινεμά που τόσο υποστηρίχθηκε από τον Δημήτρη Εϊπίδη), ο Μπέλα Ταρ, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας Αλμπέρτο Μπαρμπέρα, ο Κλοντ Σαμπερλάν, η πανεπιστημιακός, καλλιτέχνις και ανθρωπολόγος Τόμπι Λι, είναι μερικοί μόνον από τους ανθρώπους που με τις ενθυμητικές καταθέσεις τους συμβάλλουν στην έκδοση.

Οι ελληνικές συμμετοχές παρουσιάζουν ανάλογο ενδιαφέρον: η δημοσιογράφος Μαρία Κατσουνάκη, ο ζωγράφος Τάσος Μαντζαβίνος, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης Ορέστης Ανδρεαδάκης και η γενική διευθύντριά του Ελίζ Ζαλαντό συνεισφέρουν, μεταξύ άλλων, με αφηγήσεις ή ακόμη και με καταγραφές των αναγνωστικών ενδιαφερόντων του Δημήτρη Εϊπίδη, όπως εκείνη που επιχειρεί ο δημοσιογράφος Ηλίας Κανέλλης. Μέχρι και πρωτότυπες προσωπογραφίες του ανδρός υπάρχουν εδώ, φιλοτεχνημένες από Ελληνες εικαστικούς, καθώς και σπάνιες φωτογραφίες και υλικό από το προσωπικό αρχείο του Δημήτρη Εϊπίδη.

Ισως όμως η «αίσθηση» που λέγαμε, να μεταδίδεται ευκολότερα μέσα από στιγμιότυπα, όπως εκείνο που περιγράφει ο Γιάννης Παλαβός, από μια ημέρα του 1998, όταν δύο νεαροί έβλεπαν την πρώτη τους ταινία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: «Λίγα θυμούνται απ’ την ταινία· θυμούνται την έξαψή τους και το πανδαιμόνιο στο φουαγέ και ότι, όταν βγήκαν, είχε σουρουπώσει και ο ψυχρός αέρας τούς έγδερνε το πρόσωπο. Θυμούνται και το εξής: προτού ξεκινήσει η προβολή, πλάι στον σκηνοθέτη στάθηκε ένας κύριος ψηλός και ευρύστερνος, αυστηρά ντυμένος με γκρίζο πουλόβερ και μαύρο δερμάτινο σακάκι, με ψαρό μουστάκι, το χέρι στην τσέπη· σύστησε τον σκηνοθέτη με απαλή φωνή, του έδωσε το μικρόφωνο και, αίφνης, έκανε ένα αμήχανο βήμα πίσω, σαν μαργαριτάρι που ξανατρύπωσε στο όστρακο».