ΒΙΒΛΙΟ

Η αγάπη δεν έχει επιχείρημα

i-agapi-den-echei-epicheirima-561421822

Υπάρχει μια σκηνή στην ταινία «Το παιδί με το ποδήλατο» (2011) των αδελφών Νταρντέν που δεν χορταίνω να τη βλέπω και να την ξαναβλέπω. Με συγκινεί και με ενθουσιάζει. Μέσα στο αυτοκίνητο τρία πρόσωπα: Ο Συρίλ, το εντεκάχρονο αυτό αγρίμι, η Σαμάνθα και ο φίλος της, Ζιλ. Ο Συρίλ έχει εξαφανιστεί και η Σαμάνθα τον ψάχνει αλαφιασμένη δυο ώρες, μαζί με τον Ζιλ. Τον βρίσκει παρέα με τον αρχηγό μιας νεανικής συμμορίας και τον βάζει στο αυτοκίνητο. Ο Συρίλ λέει ψέματα ότι δεν άκουσε το τηλέφωνο, ο Ζιλ τον αποκαλεί ψεύτη και ο Συρίλ τού το ανταποδίδει. Τότε ο Ζιλ θυμωμένος απαιτεί επίμονα, δύο φορές, να του ζητήσει συγγνώμη. Ο Συρίλ μένει αμίλητος, ακόμη και όταν του το ζητάει, για τρίτη φορά, η ίδια η Σαμάνθα. Ο Ζιλ τον απειλεί ότι, αν δεν του ζητήσει συγγνώμη, δεν θα μείνει άλλο στο σπίτι της Σαμάνθας. Εκείνη αντιδρά λέγοντάς του ότι δεν έχει αυτό το δικαίωμα. Τότε ο Ζιλ στρέφεται προς την ίδια και της θέτει το δίλημμα: «Ή αυτός ή εγώ». Η Σαμάνθα μένει βουβή, ο φίλος της επαναλαμβάνει το δίλημμα, και η θαυμάσια Σαμάνθα απαντάει ήρεμα: «Αυτός»! Ο Ζιλ βγαίνει από το αυτοκίνητο, η Σαμάνθα περνάει στη θέση του οδηγού, φοράει τη ζώνη και βάζει μπρος. Κορυφαία σκηνή!

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Ο Συρίλ ζει σε ένα δημόσιο ίδρυμα για εγκαταλελειμμένα παιδιά. Μετά τον θάνατο μιας γιαγιάς του –δεν γίνεται ποτέ λόγος στην ταινία για μάνα–, ο πατέρας του τον εγκαταλείπει, πουλάει το ποδήλατό του και εξαφανίζεται. Ο Συρίλ αναζητάει επίμονα τον πατέρα του, αρνούμενος να δεχτεί ότι τον εγκατέλειψε. Η Σαμάνθα θα γνωρίσει τυχαία τον Συρίλ –ο μικρός θα πέσει κυριολεκτικά και μεταφορικά στην αγκαλιά της–, θα αγοράσει το ποδήλατο από εκείνον στον οποίο το είχε πουλήσει ο πατέρας του και θα του το δώσει. Θα δεχτεί και να γίνει ανάδοχη και τον παίρνει σπίτι της τα Σαββατοκύριακα. 

Τι είναι αυτό που οδηγεί τη Σαμάνθα να φροντίζει με τόση υπομονή και αγάπη τον Συρίλ, ο οποίος την ταλαιπωρεί, τη χτυπάει, την ξοδεύει (πληρώνει, ανάμεσα στα άλλα, και τη χρηματική αποζημίωση των 1.700 ευρώ στον εφημεριδοπώλη); Οι στοχαστικοί Νταρντέν δεν δίνουν καμία απάντηση στο ερώτημα! Δεν προτείνουν κανένα απολύτως ψυχολογικό κίνητρο (του τύπου δεν είχε δικό της παιδί κ.λπ.) για να εξηγήσουν τη στάση της. Κατά το γύρισμα, μάλιστα, θα προσθέσουν σε μια σκηνή και ένα διάλογο που δεν υπήρχε στο αρχικό σενάριο [βλ. Luc Dardenne, «Au dos de nos images, II, 2005-2014», Seuil, 2015, σ. (232)]: Ο Συρίλ ρωτάει τη Σαμάνθα γιατί αποφάσισε να τον παίρνει τα Σαββατοκύριακα από το ίδρυμα, εκείνη του απαντάει «επειδή μου το ζήτησες» και, όταν ο μικρός την ξαναρωτάει γιατί το δέχτηκε, εκείνη του δίνει τη μόνη αληθινή απάντηση: «Δεν ξέρω»! Η Σαμάνθα βρέθηκε ενώπιον της οδύνης του μικρού Συρίλ και την ανέλαβε. Χωρίς λόγο, χωρίς ψυχολογικό κίνητρο, χωρίς όρους και προϋποθέσεις (βλ. ό.π., σ. 158, 192-193). Η αγάπη δεν έχει επιχείρημα. «Οι ταινίες μας γεννιούνται και ζουν μονάχα από την πίστη και την ελπίδα ότι μέσα στο σκοτάδι της κινηματογραφικής αίθουσας κάποιος θεατής μπορεί να ζήσει μια εσωτερική και βουβή εμπειρία μετοχής σε μια στιγμή καλοσύνης, τούτης της μικρής καλοσύνης χωρίς μάρτυρα, χωρίς θρησκεία, χωρίς ιδεολογία (…), τούτης της μικρής καλοσύνης που είναι το ανθρώπινο μέσα στον άνθρωπο· μετοχή σε μια πρωταρχική σιωπή όπου ένα ανθρώπινο πλάσμα αγαπάει ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα» (σ. 113, βλ. και σ. 125). 

Η Σαμάνθα έκανε τα πάντα για τον Συρίλ, μα και ο Συρίλ δεν έκανε λίγα. Ισως αυτός να έκανε τα πιο πολλά και τα πιο δύσκολα. Αποδέχτηκε το κατεξοχήν δυσπαράδεκτο, ότι ο πατέρας του τον εγκατέλειψε και δεν θέλει ούτε να τον βλέπει, και κυρίως αποδέχτηκε, αυτό το παιδί που δεν αγαπήθηκε, την αγάπη της Σαμάνθας, αποδέχτηκε ότι υπάρχει ένας άνθρωπος που τον αγαπάει, αποδέχτηκε τη δυνατότητα της αγάπης. Σε μια άλλη θαυμάσια σκηνή της ταινίας, ο Συρίλ έχει σηκωθεί τη νύχτα και βλέπει τη Σαμάνθα με τον φίλο της στο κρεβάτι να κοιμούνται μισοσκεπασμένοι. Η Σαμάνθα τον παίρνει είδηση. Σηκώνεται, ντύνεται, πάει στο κρεβάτι του και σκύβει τρυφερά πάνω του. Ο Συρίλ της λέει «θέλω τον πατέρα μου», ακολουθεί σιωπή και μετά της λέει «είναι ζεστό αυτό», ποιο ρωτάει απορημένη η Σαμάνθα. «Η ανάσα σου», απαντάει το παιδί. Αυτό έχει λείψει στον Συρίλ, αυτό ψάχνει ακόμη και όταν γίνεται βίαιος: τη ζεστή ανθρώπινη ανάσα! Πείστηκε από την αγάπη της Σαμάνθας, χωρίς λόγια και επιχειρήματα, ότι μια ζεστή ανθρώπινη ανάσα υπάρχει και γι’ αυτόν, και λυτρώνεται έτσι από τη βία. 

Οσο έγραφαν το σενάριο ένα ερώτημα απασχολούσε επίμονα τους δημιουργούς της ταινίας: τι θα κάνουν στο τέλος με τον Συρίλ, να τον βάλουν να πεθαίνει ή να τον αφήσουν να ζει (ό.π., σ. 127, 147, 148, 149, 156); Αρχικά είχαν διαλέξει το πρώτο, αλλά η ίδια η ταινία τούς οδήγησε σιγά σιγά στο δεύτερο. Θα ήταν αβάσταχτο για εμάς τους θεατές, μετά από τόση αγάπη, να μη ζήσει ο Συρίλ, αλλά να κερδίσει τελικά το κακό. Και θα ήταν αταίριαστο επίσης με την κινηματογραφική ηθική των Νταρντέν: «Το δικό μας ερώτημα είναι να μάθουμε αν η ταινία θα αγαπήσει τον θεατή και όχι αν ο θεατής θα αγαπήσει την ταινία. Να αγαπήσουμε τον θεατή, να τον οδηγήσουμε σε αυτό το μυστήριο, να τον ανοίξουμε στην ανιδιοτελή κίνηση της Σαμάνθας, να του επιτρέψουμε να ζήσει μέσω της ταινίας τούτη την ανθρώπινη διαθεσιμότητα» (σ. 126).