ΒΙΒΛΙΟ

Ενα πολύ κακό σπίτι

ena-poly-kako-spiti-561429304

ΣΟΦΙΑ ΜΠΡΑΪΜΑΚΟΥ
Μόνιμοι κάτοικοι
εκδ. Νεφέλη, σελ. 138

ena-poly-kako-spiti0Ενα νεαρό αντρόγυνο μετακομίζει στην οδό Αναπαύσεως στο Μετς, σε μια θηριώδη μονοκατοικία, την οποία σκιάζει το φύλλωμα των κυπαρισσιών του Α΄ Νεκροταφείου. Η παλαιότητα του οικήματος επέβαλλε αναρίθμητες οικοδομικές επισκευές. Η γυναίκα, η φωνή και η οπτική της οποίας κυριαρχούν στην αφήγηση, έχει την αίσθηση πως το σπίτι με τις ατελείωτες βλάβες τη διώχνει. Αλλά και η ίδια δυσφορεί με την προοπτική να είναι αυτή η μόνιμη κατοικία της. Οι ρωγμές, οι διαρροές, οι φθορές, οι σοβάδες που πέφτουν, οι γδούποι από τις κούτες της μετακόμισης που καταρρέουν, μεγεθύνονται στο μυαλό της σε αναπόδραστη απειλή. Αντιθέτως, ο άντρας της αφοσιώνεται αμέριμνος στις εργασίες της αναστήλωσης.

Στο δεύτερο βιβλίο της, η Σοφία Μπραϊμάκου (γενν. 1976) μεταλλάσσει βαθμιαία την προσδοκία της νέας αρχής σε εφιάλτη. Η αφηγήτρια κατατρύχεται από σκοτεινές παραισθήσεις. Τον ψυχισμό της επιβαρύνουν ο θάνατος της μητέρας της και η ενοχή της για τη φυγή από το πατρικό, όπου εγκατέλειψε μόνο τον δυστυχισμένο πατέρα της. Ο ψυχολογικός κλονισμός διαφαίνεται τόσο στο παραμορφωτικό της βλέμμα όσο και στην κληρονομικότητα, στον βαθμό που η μητέρα της είχε διαγνωστεί με οξεία διπολική διαταραχή. Επιπροσθέτως, η αφηγήτρια ανακαλεί συχνά τις συνεδρίες με τον ψυχαναλυτή της. Προφανώς, η αντίληψή της για την πραγματικότητα είναι κάθε άλλο παρά αξιόπιστη.

Η διαταραγμένη συνείδηση της ηρωίδας προσφέρει στο μυθιστόρημα ένα διαρκώς εντεινόμενο σασπένς. Μέσα από εφιαλτικά οράματα, το σπίτι αποκτά αποτρόπαιες διαστάσεις, στριγκλίζει υπόκωφα στο σκοτάδι, βγάζει ανατριχιαστικούς τριγμούς, αντιλαλεί από τις ανάσες αθέατων πλασμάτων· «ωχρές σκιές, καταδικασμένες να αιωρούνται σαν άλλα απότοκα της νύχτας». Το «δαιδαλώδες σπίτι με τους σκεπασμένους καθρέφτες» αναδίδει μυρωδιά λιβανιού, νωπού χώματος και τριαντάφυλλων, μια μυρωδιά που με «την εκμαυλισμένη οξύτητά της» φέρνει δάκρυα στην ηρωίδα. Σε ένα σκοτεινό διάδρομο, μια λάμπα αναβοσβήνει. Στο υπόγειο, κρυμμένο σε μια ντουλάπα, ένα μικρό κορίτσι γελάει δαιμονικά και άλλοτε ξεσπάει σε αναφιλητά. Μια γάτα κλαίει γοερά. Κάθε κόγχη του σπιτιού κρύβει κοφτερές αιχμές, θραύσματα του παρελθόντος, που κατακερματίζουν ψυχικά την ηρωίδα. 

Το σοβαρό πρόβλημα του βιβλίου είναι οι εκφραστικές αδεξιότητες. Η Μπραϊμάκου υιοθετεί έναν εντόνως δραματικό λόγο, που στην προσπάθειά του να καταδείξει το υπαρξιακό άγχος, καταλήγει σε ένα λυρικό στόμφο στα όρια της φαιδρότητας. Για παράδειγμα, ας δούμε πώς ξυπνάει ένα πρωί η ηρωίδα. «Χρειάζεται να ανοιγοκλείσω πολλές φορές τα βλέφαρά μου μέχρι να συνηθίσουν την εξωμήτρια παντοκρατορία της νέας μέρας που αρπάζει τη θηλή του κόσμου και τη βυζαίνει αχόρταγα». Κάποια άλλη στιγμή λέει: «Είναι αδύνατον να συγκρατήσω τα καυτά δάκρυα που σκάβουν βαθιές στοές στις παρειές των μάγουλων». Ενώ άλλη φορά παρατηρεί καταγοητευμένη τον σύντροφό της να μαστορεύει: «Τον κοιτώ που κάνει μερεμέτια, τα χέρια του πιάνουν τα υλικά για τη μόνωση με την ίδια άνεση που εξερευνούν το κορμί μου, ζουλάνε τις καμπύλες μου, ρουφάνε τους χυμούς που εκκρίνονται από τη γενετική περιοχή, σαν να θέλουν να με αφυδατώσουν όπως αφυδατώνουν το ντουβάρι από την υγρασία».

Η γλωσσική υπερπροσπάθεια επιφέρει ιλαροτραγικά αποτελέσματα. Αλλά και κατάφωρα, κακόηχα λάθη, όπως όταν οι δείκτες στο ηλεκτρονικό ξυπνητήρι σταματούν μετέωροι «ανάμεσα στον θάμβο και τον σύθαμπο» ή όταν το ζευγάρι σφιχταγκαλιάζεται «στον ήσυχο σύθαμπο των σκοτεινών ορών». Παρ’ όλα αυτά, η Μπραϊμάκου κάπως καταφέρνει να συντονίσει την εξεζητημένη γραφή με τον πανικόβλητο ψυχισμό της ηρωίδας και εντέλει σκηνοθετεί ένα θρίλερ κλειστού δωματίου, που ανοίγεται με εκπλήξεις και ανατροπές σε απρόσμενες εκδοχές.