ΒΙΒΛΙΟ

Ο σύντομος αποχαιρετισμός της Βιρτζίνια Γουλφ

o-syntomos-apochairetismos-tis-virtzinia-goylf-561429331

VIRGINIA WOOLF
Ο θάνατος της νυχτοπεταλούδας
μτφρ.: Παλμύρα Ισμυρίδου
εκδ. Αγρα, 2020, σελ. 30

Οσο κι αν ψάξεις μια ανάλογη εικόνα, καθαρή σαν νερό, σ’ ένα μεγαλύτερο βιβλίο, είναι πιθανό να μην τη βρεις. Ωστόσο, αν είσαι τυχερός, μπορεί να την ανακαλύψεις σ’ ένα γραπτό που δεν ξεπερνά τις 1.300 λέξεις.

Αναφέρομαι στο σύντομο κείμενο που έγραψε η Βιρτζίνια Γουλφ λίγες ημέρες πριν βουτήξει στο ποτάμι. Μιλάω για την εικόνα με τα κοράκια.
Τα κοράκια κατεβαίνουν στα δέντρα λες κι ένα αόρατο δίχτυ πέφτει από τον ουρανό. Τα κοράκια είναι οι μαύροι κόμποι. Κάθονται στα δέντρα, ύστερα πετάνε πάλι, για να ξαποστάσουν άλλη μια φορά στα κλαδιά, μέχρι που απομακρύνονται από τη γη και το δίχτυ χάνεται στον ουρανό.
Αυτή είναι η εικόνα, το περιεχόμενο της εικόνας. Αλλά το περιεχόμενο της εικόνας δεν συμπεριλαμβάνει απαραίτητα το ύφος της γλώσσας, το ύφος της Γουλφ, τα υλικά με τα οποία έχει φτιαχτεί.

Η Γουλφ γράφει: «Οπως κάθε χρόνο, τα κοράκια γλεντούσαν σ’ ένα ακόμα απ’ τα ξεφαντώματά τους· πετούσαν γύρω απ’ τις κορφές των δέντρων και ήταν σαν να ’ριχνε κάποιος ψηλά ένα τεράστιο δίχτυ με χιλιάδες μαύρους κόμπους· κι αυτό το δίχτυ, λίγες στιγμές αργότερα, κατέβαινε αργά πάνω στα δέντρα, ώσπου το κάθε κλαράκι στην άκρη του αποκτούσε από έναν κόμπο. Επειτα, εντελώς ξαφνικά, το δίχτυ τιναζόταν ξανά ψηλά στον αέρα, διαγράφοντας έναν πλατύτερο κύκλο τούτη τη φορά, χαλώντας τον κόσμο απ’ τα κρωξίματα, θαρρείς και το να τινάζεσαι ψηλά στον αέρα και κατόπιν να κατεβαίνεις αργά στις κορφές των δέντρων ήταν εμπειρία κατεξοχήν συναρπαστική».

Δύο προτάσεις, εκατό λέξεις. Μέρος της εναρκτήριας παραγράφου από τον «Θάνατο της νυχτοπεταλούδας», που σε προκαλεί να την αντιγράψεις σ’ ένα φύλλο χαρτί, να την οικειοποιηθείς, να φτιάξεις μια εκδοχή της, να την απαγάγεις. Μπορεί να γράφτηκε ογδόντα χρόνια πριν, όμως φαίνεται πως είναι καλά καρφωμένη στο χώμα (ή μήπως στον πάτο, στον πυθμένα;) και μοιάζει με μια νηφάλια χειρονομία της Γουλφ πριν από την κατάρρευση, το βύθισμα, ένα είδος υπόκλισης καθώς αποχαιρετά τα πλάσματα της ζωής και ταυτόχρονα καλωσορίζει τα φαντάσματα του ποταμού στην απέναντι όχθη, καθισμένη δίπλα στο παράθυρο.

Τα άλογα στέκονται περήφανα, τα πουλιά ψάχνουν τροφή, ο γεωργός δουλεύει σκληρά και μια νυχτοπεταλούδα, που ψυχορραγεί, προσπαθεί να βρει απεγνωσμένα δίοδο την ύστατη στιγμή, να επιστρέψει στο φως, όπως ο πνιγμένος ψάχνει την επιφάνεια του ποταμού για να σωθεί. Τούτο το ολιγοσέλιδο βιβλίο που έχει μέγεθος παλάμης μοιάζει με κολλημένα φτερά στη ράχη, τη ράχη μας.

Ενα βιβλίο τόσο μικρό που μπορείς να το βάλεις στην τσέπη σου (είναι πιο ελαφρύ από πέτρες), να το κλέψεις (εφόσον είναι ανοιχτά τα βιβλιοπωλεία) ή να το κρύψεις πίσω από την προστατευτική σου μάσκα. Η λογοτεχνία είναι ανάσα, πίστη. Μερικές φορές. Oχι πάντα. «Τίποτα δεν είχε ελπίδα να γλιτώσει από τον θάνατο», μας υπενθυμίζει η Γουλφ. Και μας πνίγει.