ΜΟΥΣΙΚΗ

Ο λαμπερός Ντανιίλ Τρίφονοφ πρώτη φορά στο Ηρώδειο

o-lamperos-ntaniil-trifonof-proti-fora-sto-irodeio-561436438

Μία και μόνη υπήρξε η φετινή συμμετοχή της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών στο Φεστιβάλ Αθηνών. Στις 24 Ιουνίου, υπό τη μουσική διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού, το σύνολο παρουσίασε ένα ενδιαφέρον πρόγραμμα και διέθετε ως σολίστ τον Ντανιίλ Τρίφονοφ, έναν υπέρλαμπρο ανερχόμενο αστέρα του πιάνου. Η βραδιά ξεκίνησε με ένα από τα πιο ενδιαφέροντα έργα του Γιώργου Κουμεντάκη. Γραμμένο για μεγάλη συμφωνική ορχήστρα το «Ισοκράτημα ενός παιδιού» ολοκληρώθηκε το 2010 και είναι το τρίτο μιας ομάδας στην οποία ο συνθέτης ερευνά τις δυνατότητες του ισοκρατήματος της βυζαντινής μουσικής. Ειδικά στις λυρικές μελωδίες, όπου ο Κουμεντάκης μπολιάζει την έμπνευση που αντλεί από παραδοσιακά ακούσματα με ένα νοσταλγικό όσο και βαθύ συναίσθημα, η μουσική μπορεί να γίνει όχημα για ένα ταξίδι εξαιρετικά ουσιαστικό, προφανώς προσωπικό για τον καθένα.

Παρά τις ποιότητες αυτές, το συγκεκριμένο έργο είναι κάθε άλλο παρά συναισθηματικό. Τεχνικά, είναι εξαιρετικά απαιτητικό για την ορχήστρα, καθώς προϋποθέτει ακριβή και εστιασμένο ήχο από ολόκληρες ομάδες οργάνων, όπως τα βιολιά ή τα χάλκινα πνευστά. Αυτή είναι και η προϋπόθεση προκειμένου να αποδοθούν με ακρίβεια και καθαρότητα ειδικά τα γρήγορα εδάφια και να φανεί το νόημα της επίμονης επανάληψης του «κρατήματος», δηλαδή της μιας και μόνο νότας, άρα και όσων άλλων συμβαίνουν γύρω από αυτήν. Είναι κάτι που απαιτεί εμπειρία σε έργα με παρόμοια γραφή, πολλές δοκιμές και σίγουρα ένα χώρο με πιο εναργή ακουστική από αυτήν του ρωμαϊκού ωδείου. Ακολούθησε ένα από τα δημοφιλέστερα κοντσέρτα για πιάνο, το δεύτερο του Ραχμάνινοφ με σολίστ τον διασημότατο Ντανιίλ Τρίφονοφ. Ο τριαντάχρονος Ρώσος δικαίωσε τη φήμη του, καθώς φάνηκε να διαθέτει σε πληθωρικό βαθμό τα απαραίτητα χαρίσματα: δεξιοτεχνία που έκοβε την ανάσα χωρίς όμως να γίνεται επιδεικτική, καθώς επίσης τεχνική η οποία του επέτρεπε εξαιρετικό έλεγχο της δυναμικής, με αποτέλεσμα να είναι εξίσου πειστικός στις παραγράφους που αναζητούν ήχο πληθωρικό και μεγαλόπρεπο, όσο και σε εκείνες με περισσότερο εξομολογητικό, πιο προσωπικό και χαμηλόφωνο χαρακτήρα. Η ορχήστρα εστίασε κυρίως στη σαγήνη των πλατιών μελωδικών φράσεων και άφησε τα υπόλοιπα στον πιανίστα.

Φάνηκε να έχει ασχοληθεί πολύ περισσότερο με το τελευταίο έργο του προγράμματος, την Ενάτη Συμφωνία του Σοστακόβιτς. Ο Λουκάς Καρυτινός ανταποκρίθηκε με επιτυχία στις διαρκείς αλλαγές της διάθεσης του έργου, στην ελαφράδα, στη διαύγεια και στη φωτεινότητα που απαιτούν πολλές από τις σελίδες με χαρακτήρα μουσικής δωματίου και βέβαια στην ορμή των κάθε είδους διάσπαρτων εμβατηρίων. Πλαστικότητα ήταν η λέξη-κλειδί, η οποία έδωσε κίνηση και παλμό στα πέντε μέρη του έργου. Ο αρχιμουσικός μπορούσε εξίσου να βασιστεί στα εξαιρετικά ξύλινα της ορχήστρας, το σόλο στο φαγκότο που αποδόθηκε ποιητικά από τον Βασίλη Λιοδάκη, τη Χρυσή Πιλαφτή (φλάουτο) και τον Φρανκ Γκέοργκ Γιάρκε (πίκολο), τον Κωνσταντίνο Τζέκο (κλαρινέτο) και τον νέο εξάρχοντα της ορχήστρας Φαίδωνα Μηλιάδη. Σολίστες και σύνολα συνεργάστηκαν για ένα αποτέλεσμα που έκλεισε τη βραδιά με θετικό πρόσημο.