ΒΙΒΛΙΟ

Μια γυναίκα πολύ μπροστά από την εποχή της

mia-gynaika-poly-mprosta-apo-tin-epochi-tis-561436519

ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΜΟΥΤΖΑΝ ΜΑΡΤΙΝΕΓΚΟΥ
Αυτοβιογραφία 
εισαγωγή: Κατερίνα Σχινά 
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 156

mia-gynaika-poly-mprosta-apo-tin-epochi-tis0Είναι συγκινητική η πίστη της Ελισάβετ Μουτζάν Μαρτινέγκου (1801-1832) στον ορθό λόγο. Σχεδόν αυτοδίδακτη, εκφράζει τις επιθυμίες προς την πατρική της οικογένεια γραπτώς, διότι έτσι αισθάνεται πως μπορεί να εκφραστεί πληρέστερα. Και παρακαλεί τον πατέρα και τον θείο της να απαντήσουν στα αιτήματά της γραπτώς, θεωρώντας πως με τον τρόπο αυτόν είναι δυνατόν να αναπτυχθεί ένας έντιμος διάλογος θέσεων. Το καθεστώς ωστόσο που απολάμβαναν οι γυναίκες στις αριστοκρατικές οικογένειες της Ζακύνθου των αρχών του 19ου αιώνα ακύρωνε και το δίκιο της επιθυμίας και τη δύναμη του επιχειρήματος. Παρά το πάθος και το πειστικό γραπτό, τίποτε από όσα θέλησε η εικοσάχρονη Ελισάβετ δεν έγινε δεκτό από την οικογένειά της. 

Η μοίρα της υπήρξε παράξενη. Δεν ήταν καθόλου αυτονόητο πως ένα κορίτσι, ακόμη και μια αρχοντοπούλα του πρώιμου 19ου αιώνα, μάθαινε γραφή και ανάγνωση. Οι επιδόσεις της μικρής Ελισάβετ, η θέληση για γνώσεις και συγγραφή, υπήρξαν ωστόσο αξιοσημείωτες. Μέσα από θρησκευτικά φυλλάδια και λειτουργικά βιβλία, και εν συνεχεία μέσα απ’ τους αρχαίους Ελληνες και τους Ιταλούς κλασικούς, με τη βοήθεια ενός μοναχού και ενός διακόνου, με επιμονή και προσήλωση, μορφώνεται και ανακαλύπτει τη δική της έκφραση. Γράφει τραγωδίες, κωμωδίες, στίχους, μύθους, πραγματείες περί οικονομίας και ποιητικής μέσα σε ένα κλίμα που, σύμφωνα με τον Γιώργο Κεχαγιόγλου, ανήκει στον ευρωπαϊκό κλασικισμό και διαφωτισμό στην ηθικοδιδακτική του διάσταση. Πράγματι, στα αποσπάσματα των έργων και της «Αυτοβιογραφίας» διακρίνουμε  την πίστη στο πλέγμα των παραδοσιακών αξιών – στη χριστιανική θρησκεία, στην οικογενειακή τάξη, στους κανόνες της κλασικής λογοτεχνίας.   

Εγκλειστη ωστόσο στο σπίτι όπως όλες οι γυναίκες της ζακυνθινής αριστοκρατίας, χωρίς τη δυνατότητα να βλέπουν συγγενείς ή ακόμη και να πηγαίνουν στην εκκλησία, η Ελισάβετ Μουτζάν Μαρτινέγκου πνίγεται. Αρχίζει έτσι να περιγράφει την προσωπική πνευματική της περιπέτεια. Και σε αυτό το χρονικό του σύντομου βίου της, αρχίζουμε κι εμείς να ακούμε μια προσωπική φωνή καθώς διαμορφώνεται μέσα από τους σκληρούς περιορισμούς του φύλου, της τάξης και της εποχής. Σε γλώσσα πλαστική, ζωηρή, στοχαστική, με απόλυτη οικονομία και χάρη, η συγγραφέας εκφράζει την πίστη της στη μόρφωση, την αγάπη της προς τις τέχνες, τη φιλοδοξία της να τεθεί το έργο της κάτω από την κρίση των πλέον αυστηρών κριτών, την καταγγελία των βάρβαρων ζακυνθινών εθίμων απέναντι στις γυναίκες, την επιθυμία για μια πιο ελεύθερη ζωή. Το μεγαλύτερο όνειρό της είναι να της επιτρέψουν να αποτραβηχτεί σε ένα μοναστήρι, έτσι ώστε να μπορέσει ανενόχλητα να αφοσιωθεί στο έργο της. Ούτε όμως σε αυτό η οικογένεια συναινεί. Στα τριάντα της χρόνια την παντρεύουν, γεννάει τον γιο της και λίγες ημέρες αργότερα πεθαίνει. 

Η λογία Ελισάβετ Μουτζάν Μαρτινέγκου υπήρξε άτυχη και τυχερή. Η εκπλήρωση του ονείρου της να ζήσει στο μοναστήρι θα της είχε μάλλον χαρίσει μια πιο μακρά ζωή. Θα είχε κατορθώσει να δει τα έργα της τυπωμένα; Κανείς δεν το ξέρει. Πενήντα χρόνια από τον θάνατό της, ο γιος της, ποιητής Ελισαβέτιος Μαρτινέγκος, δημοσιεύει το 1881 αποσπάσματα από την αυτοβιογραφία της. Εξήντα πέντε χρόνια αργότερα, ο Ζακυνθινός λόγιος Ντίνος Κονόμος υπόσχεται, σύμφωνα με την εισαγωγή της Κατερίνας Σχινά, να δημοσιεύσει στα «Επτανησιακά Φύλλα» το ανέκδοτο έργο της. Η πυρκαγιά όμως που ακολούθησε τον καταστροφικό σεισμό του 1953 κατέστρεψε το αρχείο. Κι ωστόσο· η Ελισάβετ Μουτζάν Μαρτινέγκου εξασφάλισε την υστεροφημία που τόσο πολύ πόθησε. Η «Αυτοβιογραφία» της έχει αναγνωριστεί τα τελευταία εξήντα χρόνια ως αναπόσπαστο και πολύτιμο τμήμα των νεοελληνικών γραμμάτων.