ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Μνημοσύνης εγκώμιο για το 1821

Η έκθεση του Χρήστου Μποκόρου στο Μουσείο Μπενάκη, όπου η μνήμη και η λήθη συνομιλούν, αλλά και συγκρούονται

mnimosynis-egkomio-gia-to-1821-561436525

Μπορεί ένα μνημόσυνο να είναι γιορτή; Ναι, μας γνέφει ο Χρήστος Μποκόρος με την έκθεση που στήνει στο Μουσείο Μπενάκη υπό τον τίτλο «1821, η γιορτή». Ναι, γιατί η έκθεση είναι ένα ανοιχτό μνημόσυνο όπου όλοι καλούμαστε να καταθέσουμε τη χαρά και τη λύπη μας. Επειδή ακριβώς τα μνημόσυνα αναδεικνύουν τη βαθιά συγγένεια αυτών των δύο και δένονται στη χαρμολύπη, εκείνη που τις καθιστά κατά τα άκρα και τα βάθη σιαμαίες. Εντέλει είναι η ακρότητα καθεμιάς που έχει σημασία, το βάθος στο οποίο ποντίζεται και συναντάει την άλλη, και όχι τόσο το πρόσημο, το θετικό που βάζουμε στη χαρά και το αρνητικό στη λύπη συνήθως. Επειδή ακριβώς μπορεί να συμβεί και το αντίθετο: η χαρά να έχει το αρνητικό πρόσημο και η λύπη το θετικό, χωρίς να γλιστράμε στην τρέλα. Αυτή τη συνύπαρξη μας μεταφέρει με το εορταστικό μνημόσυνο που στήνει ο Χρήστος Μποκόρος. Και στήνει στην κυριολεξία μια έκθεση, όχι ακριβώς μονοθεματική, αλλά ένα έργο στο σύνολό της.

Από την υποδοχή με τα υφάδια της εισόδου που βασίζονται στα «χτένια» του αργαλειού η μνήμη με τη λήθη συνομιλούν, συγκρούονται και τσακώνονται στα βουβά, ζητάει η μια να πάρει χώρο από την άλλη, να πάρει χρώματα από την άλλη. Και φτιάχνονται εντέλει τα υφάδια που δένουν τα αντίθετα, οριζόντιες και κάθετες στιγμές που δίνουν το στίγμα της ψυχής μας στη ζωγραφική του. Πίσω από αυτά τα έργα, στην πλάτη τους, οι δύο προσωπογραφίες που φαίνονται αλλά δεν είναι δύο. Γιατί αναπτύσσονται σαν στιγμές μέσα στον χρόνο των δύο προσώπων: του Σολωμού και του Καραϊσκάκη, του Καραϊσκάκη και του Σολωμού. Εκδοχές των δύο ηρώων, των ποιητών της πράξης και του λόγου. Εκείνων που φύλαξαν κοινές αλήθειες σε χειρονομίες και λόγια. Αυτές οι τετραπλές προσωπογραφίες παρατακτικά μας ακολουθούν με τα αντίστοιχα βλέμματα όταν αντιλαμβανόμαστε ότι κοιτάζουν πίσω από τη δική μας πλάτη, εκεί όπου το έργο ανοίγει σε σχήμα πι μιαν ανοιχτή αγκαλιά. Είναι το τραπέζι που μας καλεί, τραπέζι της δόξας και της χάρης, τραπέζι σπαρμένο δαφνόφυλλα. 

Η μορφή πάνω από αυτό μας υποδέχεται με χαμηλωμένο βλέμμα. Σκυμμένη στο άδειο τραπέζι· άραγε γάμου και χαράς ή πένθους και λησμοσύνης; Δεν υπάρχει απάντηση. Στο τραπέζι επάνω ένας αμνός· υπενθυμίζει άραγε μια θυσία; Γιατί σε μια άλλη πλευρά του τραπεζιού ένα καλά σχεδιασμένο και αρμοσμένο εγχειρίδιο, λεπτή και επιμήκης μάχαιρα σφαγής και σφαγείου. Η γυναικεία μορφή, κάτι μεταξύ νεοελληνικής Πυθίας και μοιρολογίστρας, με τη μαύρη μαντίλα να σκιάζει το πρόσωπό της έχει το αινιγματικό ύφος κάθε βαθιάς μορφής ζωής που σφραγίζεται από πολλαπλές αμφισημίες. 
Η Δόξα, μας λέει ο Χρήστος Μποκόρος. Αλλά μια Δόξα μακριά από εκείνες που γνωρίζαμε ως τώρα, όπως του Παρθένη που εικονογραφεί τους στίχους του Σολωμού, αφού κάθε καιρός έχει τις δικές του παραστάσεις. Εκείνη η κοινή δοξασία λοιπόν που μελετάει όχι μόνο τα ανδραγαθήματα αλλά και το αίμα, πιο πολύ αυτό, που χύθηκε, τις ζωές που χάθηκαν σαν τα φύλλα της δάφνης, άλλα ζωγραφισμένα στον καμβά-τραπεζομάντιλο και άλλα αληθινά δαφνόφυλλα ξεραμένα σαν σε οφθαλμαπάτη που αναδίνουν ακόμη το γνωστό πικρό και αψύ άρωμα. Από κάπου, χωρίς να φαίνεται μυρίζει επίσης λίγο χυμένο μπρούσκο κόκκινο κρασί. Οι μάχες πήραν τέλος, αλλά η μάχη της ζωής της ίδιας δεν παύει. Για τη συνέχειά της είναι οι δεήσεις υπέρ εκείνων που χάθηκαν: η αναμνημόνευση είναι η μοναδική οδός που δείχνει προς το μέλλον.

Η έκθεση δεν τέλειωσε. Υπάρχουν τέσσερα μικρά έργα, εικόνες φορητές της ζωής που φέρουμε και μας φέρει. Η εικόνα της σκιάς πρώτα. Αυτή η σκιά είναι ο πυρήνας του έργου, το θεμέλιό του, πάνω στο οποίο στηρίχθηκαν όλα. Αλλά και από αυτήν γεννιούνται τρία ισομεγέθη έργα: ο χρυσός καθρέφτης που αντιφεγγίζει μόνο θαμπές σκιές, ο κόκκινος λακαρισμένος που παγώνει το αίμα στην πιο στιλπνή αρτηριακή του μορφή και ο μαύρος σαν κάρβουνο με στιλπνά αντιφεγγίσματα από τα μεταλλεία της μνήμης. 

Τίποτα από αυτά δεν φωτίζει τη σκιά της ανθρώπινης μορφής, που ήταν η μήτρα τους. Τα χρώματα που γέννησε καταλήγουν πάλι στο μαύρο του θανάτου, στην υπενθύμιση των έργων του επί της γης, στον απόηχο της ζωής που απορροφάται στο διηνεκές από αυτή τη μουντή επιφάνεια, η οποία δίχως αντίλαλο μας επιστρέφεται. Σαν να μας λέει: δεν υπάρχει κενό, υπάρχει μόνο συνέχεια, η συνέχεια που απορροφάει τους ήχους και τα χρώματα από το εδώ στο εκεί, από το εκεί στο πιο πέρα. Αλλά και από το πιο πέρα ως εδώ. Αυτά τα τελευταία έκανε εικόνες και υλική ζωγραφική πραγματικότητα ο Χρήστος Μποκόρος. Μόνον να τον ευχαριστήσουμε μας μένει για την υπενθύμιση. Αυτό μόνον μπορούμε.